Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ Η΄ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ;

Του Οικονομολόγου Αλ. Κανελλόπουλου
 
Το Κάδιθ είναι μια από τις αρχαιότερες και ομορφότερες πόλεις της Ισπανίας στο νοτιοδυτικό της άκρο, τριάντα χιλιόμετρα νότια των εκβολών του ποταμού Γουαλδακιβίρ. Σύμφωνα με την μυθολογία, ιδρύθηκε τον 14οαιώνα Π.Χ. από τον Ηρακλή που απεικονίζεται και στον θυρεό της πόλης. Μάλιστα γύρω του υπάρχει η λατινική φράση Hercules Fundator Gadium Dominatorque, δηλαδή "Ο Ηρακλής που ίδρυσε το Gadium". Ο Ηρακλής έφτασε ως εκεί για την ολοκλήρωση του δέκατου άθλου του, την απαγωγή των Βοδιών του Γηρυόνη. Από την αρχαιότητα, η πόλη με το λιμάνι της αποτελούσε μεγάλο εμπορικό κέντρο.
Το 1347, από ένα καράβι από τα πολλά που μπαινόβγαιναν σ’ αυτό το λιμάνι, βγήκε στη στεριά ένας μαύρος ποντικός, άρρωστος από τον βάκιλο του Γερσίν. Αμέσως έτρεξε στα βρώμικα υπόγεια της μεσαιωνικής πόλης, εκεί τον βρήκε και τον τσίμπησε ένας ψύλλος του είδους Xenopsylla cheopsis, ο οποίος λίγο μετά βρέθηκε πάνω σ’ έναν άτυχο θαμώνα της ταβέρνας του λινανιού. Το αποτέλεσμα ήταν συνταρακτικό: Μέσα στα επόμενα έξη χρόνια το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Ευρώπης είχε εξολοθρευτεί από την πανούκλα.

Το δημογραφικό σοκ είχε τρομακτικές οικονομικές συνέπειες. Οι εργάτες γης σπάνιζαν πλέον με αποτέλεσμα αυτή η έλλειψη εργατικών χεριών να δώσει το κίνητρο για την εφεύρεση μηχανών. Η καταστροφή μεγάλωσε τις ανάγκες των φεουδαρχών, των ιπποτών, των κληρικών και γενικά της αριστοκρατίας για δανεισμό, έτσι ώστε να αρχίσει να αναπτύσσεται και ένα τραπεζικό σύστημα που όλο και μεγάλωνε: Οι Μέδικοι δημιούργησαν τον 15ο αιώνα μια πολυεθνική εταιρεία-κολοσσό, και ασκώντας υπογείως μεγάλη επιρροή στους βασιλιάδες δημιουργούσαν μια καλυμμένη μορφή καπιταλισμού μέσα στην φεουδαρχική οικονομία.

Τέλος ήρθε η τυπογραφία να δώσει την χαριστική βολή. Το 1500 είχαν τυπωθεί οκτώ εκατομμύρια βιβλία καθιερώνοντας την γνώση, την συγγραφική, τις επιστήμες, τον ουμανισμό. Μέσω της λογιστικής διευκολύνθηκε το εμπόριο, μέσω της μαθηματικής μεθοδολογίας ενισχύθηκε η παραγωγικότητα. Δυο πράγματα που παλαιότερα έμοιαζαν ασήμαντα, το χρήμα και η πίστωση, τώρα σπάνε τους φραγμούς και αρχίζουν να συγκροτούν το σύστημα της αγοράς: Επικρατεί πλέον μια αίσθηση επανάστασης.

Λίγο αργότερα, το πνεύμα του Διαφωτισμού που αποτέλεσε μια ιδιαίτερα καινοτόμο συνεισφορά στην ελεύθερη σκέψη, το πνεύμα της εξερευνητικής διάθεσης και των γραπτών του Βολταίρου, του Ντιντερό, του Κοντορσέ και του Ρουσώ είχαν μέσα τους το όραμα για αλλαγή, ελπίδα και μεταρρύθμιση και αντικατόπτριζε με αλάνθαστο και έντονο τρόπο τους κυριότερους προβληματισμούς της καθημερινής ζωής.


Στις συζητήσεις σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν στην πτώση της φεουδαρχίας και την ανάδυση του εμπορικού πρώτα και μετα του βιομηχανικού καπιταλισμού, της αστικής τάξης δηλαδή, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι τον κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν πρώτα απ’ όλα ο Διαφωτισμός και η ελεύθερη σκέψη και αφετέρου η τεχνολογία και η καινοτομία με την εμφάνιση της ατμομηχανής του Βατ και των μηχανημάτων κυρίως εκείνων που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή υφαντουργικών προϊόντων αλλά βέβαια και η εμπνευσμένη επιχειρηματικότητα στηριγμένη στην δύναμη των εφευρέσεων που κατέστησαν δυνατές μέσω της ανάπτυξης της ίδιας της τεχνολογίας, ομολογουμένως όμως και κάποιοι εξωγενείς αποσταθεροποιητικοί παράγοντες.

Ο καπιταλισμός από τότε δημιούργησε ένα ολόκληρο σύστημα (κοινωνικό, οικονομικό, δημογραφικό, πολιτισμικό, ιδεολογικό), σύνθετο και ευπροσάρμοστο, ώστε μια ανεπτυγμένη κοινωνία να λειτουργεί μέσω των αγορών και της ιδιοκτησίας. Στα κρίσιμα σημεία καμπής του, αντιδρούσε στους κινδύνους που τον απειλούσαν, με το να μεταμορφώνεται και να μεταλλάσσεται με μια «κυκλική διαδικασία» που πρώτος περιέγραψε ο Ρώσος οικονομολόγος N. D. Kondratievστις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Αυτά που συμβαίνουν στην διάρκεια αυτών των κύκλων-κυμάτων συνοψίζονται ως εξής:

1.Το ξεκίνημα ενός κύματος γίνεται μετά από τη συσσώρευση κεφαλαίου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που ωθεί στην αναζήτηση νέων αγορών και πυροδοτεί την εφαρμογή νέων τεχνολογιών. Αρχικά, συνήθως εγείρονται πόλεμοι και επαναστάσεις αλλά αργότερα η κατάσταση με βάση νέους κανόνες και συμφωνίες, σταθεροποιείται.

2.Οι νέες τεχνολογίες, τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα και οι νέες δομές των αγορών ωθούν το κεφάλαιο να εφορμήσει στον παραγωγικό τομέα, δίνοντας πνοή σε μια εποχή ενισχυμένης ανάπτυξης. Τα κέρδη ξεπηδούν από παντού και γίνονται δημοφιλείς οι απόψεις για την ορθολογική κατανομή τους. Είναι η εποχή της κοινωνικής ειρήνης.

3.Η τάση αντικατάστασης της εργασίας με μηχανές ενυπάρχει σε όλη την διάρκεια του κύκλου. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή αυξάνεται και μειώνεται το ποσοστό του κέρδους, αλλά στην φάση της ανόδου τα κέρδη συνολικά αυξάνονται λόγω ακριβώς της αυξημένης συνολικής παραγωγής. Η παραγωγικότητα αυξάνεται μεν αλλά η οικονομία απορροφά εύκολα το πλεονάζον εργατικό δυναμικό.

4.Η ευφορία προκαλεί υπερβολικές επενδυτικές τάσεις σε κάποιους τομείς της οικονομίας, υπερπαραγωγή και πιθανώς ταυτόχρονα πληθωρισμό. Συνήθως εμφανίζεται κάποιο τραυματικό σημείο, μετά το οποίο αναδύονται ανασφάλειες για το μέλλον της οικονομικής σταθερότητας.

5.Η ελίτ αρχίζει να αμύνεται στερώντας πόρους από το κοινωνικό σύνολο, πυροδοτώντας έτσι την προσαρμογή. Οι μισθοί δέχονται επίθεση, το κράτος πρόνοιας βρίσκεται υπό πίεση, τα επιχειρηματικά μοντέλα προσπαθούν να γραπώσουν όποιο κέρδος είναι ακόμα διαθέσιμο και το κράτος πιέζεται να προχωρήσει σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.

6.Σε περίπτωση που η προσαρμογή δεν πετύχει, το κεφάλαιο αποσύρεται από τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και συγκεντρώνεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Έτσι οι κρίση αποκτά χρηματοπιστωτικό χαρακτήρα και τον πανικό διαδέχεται η παρατεταμένη ύφεση. Εντατικοποιείται η αναζήτηση για πιο νέες τεχνολογίες αλλά και η αναζήτηση για νέες πηγές χρημάτων. Οι παγκόσμιες δομές εξουσίας δεν είναι πλέον σταθερές.

Σε αντίθεση με τους μαρξιστές οικονομολόγους που πίστευαν ότι οι κύκλοι αυτοί αποτελούν μέρος μιας διαδικασίας με την οποία ο καπιταλισμός παράγει ανυπέρβλητες εσωτερικές αντιφάσεις που οδηγούν στην κατάρρευσή του, ο Kondratiev υποστήριξε την άποψη, ότι μέσω αυτών των κύκλων ο καπιταλισμός ίσως βρίσκει τον τρόπο να αναγεννηθεί. (Έτσι ο Στάλιν τον εκτέλεσε).

Οι θεωρητικοί οικονομολόγοι του καπιταλισμού, αντιμετώπιζαν τις κινήσεις αυτές, σαν να επρόκειτο για τις μεταβολές του καιρού στην γη που οφείλονται στις ηλιακές κηλίδες. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γι’ αυτές.

Προκύπτει λοιπόν ένα κυρίαρχο ερώτημα το οποίο ανάγεται στην υποτιθέμενη ικανότητα του καπιταλισμού να αναγεννιέται αενάως. Η απάντησή του απαιτεί μια πρόβλεψη της πορείας που θα πάρουν τα πράγματα στο άμεσο αλλά και στο απώτερο μέλλον.


(Πολύ δύσκολο θα πει κανείς, αλλά ο J. K. Galbraith έγραψε κάποτε ότι το μεγαλύτερο προσόν αυτού που κάνει προβλέψεις, είναι, αφενός μεν ότι αυτές ξεχνιούνται γρήγορα, αφετέρου δε ο ίδιος δεν έχει και καμιά συνέπεια πλέον αν οι προβλέψεις του δεν αποδειχτούν σωστές).

Ξεκινώντας λοιπόν αυτό το εγχείρημα, κάνουμε την υπόθεση ότι η μοίρα της νεοφιλελεύθερης όψης του καπιταλισμού είναι συνυφασμένη με την αντοχή των στοιχείων στα οποία στηρίζεται, και τα οποία είναι:

1.Το χρήμα χωρίς αντίκρισμα, που έδωσε την δυνατότητα στον ανεπτυγμένο κόσμο να ζει δημιουργώντας χρέη, παρά την παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση.

2.Την χρηματιστικοποίηση που αντικατέστησε με πίστωση το στάσιμο εισόδημα των εργαζομένων.

3.Τις παγκόσμιες ανισότητες και τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα τεράστια χρέη και τα συναλλαγματικά αποθέματα των μεγάλων χωρών.

4.Την τεχνολογία των πληροφοριών.

-Πρώτο χαρακτηριστικό: Το χρήμα χωρίς αντίκρισμα.

Γνωρίζουμε ότι οι τράπεζες «δημιουργούν» χρήμα, με το να δανείζουν περισσότερα από το ρευστό που κατέχουν στα χρηματοκιβώτιά τους.

Μέχρι το 1988, υπήρχαν νομοθετημένα όρια που περιόριζαν την δημιουργία αυτού του τύπου χρήματος τα οποία με βάση την πρώτη συμφωνία της Βασιλείας ατόνησαν. Μετά το 2004 όταν συνάφθηκε η δεύτερη συμφωνία της Βασιλείας, καταθέσεις και δάνεια έγιναν τόσο περίπλοκα ώστε την αξία και ποιότητα κάθε κεφαλαίου, όπως και την εκτίμηση του ρίσκου, θα εκτιμούσαν πλέον οι γνωστοί «οργανισμοί αξιολογήσεων».

Όσο οι χρηματοοικονομικές συνθήκες ήταν θετικές και προβλέψιμες, τα κέρδη των τραπεζών παρέμεναν υψηλά. Η τραπεζική δραστηριότητα έγινε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παιχνίδι τακτικής, με κύριο μέλημα την υφαρπαγή χρημάτων από πελάτες και ανταγωνιστές, γεγονός που οδήγησε στην ευρέως αποδεκτή αυταπάτη ότι το χρήμα γεννά χρήμα. Για να εξυπηρετηθεί δε η απαιτούμενη ρευστότητα από την τακτική αυτή, υπολογίζεται πως τυπώθηκαν παγκοσμίως μετά το 2004 το αντίστοιχο των 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ίσο με το ένα έκτο του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Ηπρακτική αυτή δεν υπήρξε αποτελεσματική, γιατί για την αντιμετώπιση της νόσου χρησιμοποιήθηκε για γιατρικό η ίδια η νόσος. Είδαμε τα αποτελέσματα στις τελευταίες εκλογές στις ΗΠΑ, όπου η όποια ανάπτυξη αφορούσε κατά κύριο λόγο στην ελίτ της χώρας αυτής. Το ίδιο μιμείται και σήμερα με την λεγόμενη νομισματική χαλάρωση η ΕΚΤ, το φθηνό χρήμα χρησιμοποιείται για την διόρθωση της κρίσης που έχει προκληθεί από το φθηνό χρήμα, με ανάλογα αποτελέσματα.

Ηνομοτελειακά επερχόμενη όμως μετάβαση στον κόσμο του «πραγματικού» χρήματος θα έχει τεράστιο κόστος. Η αντικατάσταση του χρήματος χωρίς αντίκρισμα με το «πραγματικό» χρήμα, (που δεν μπορεί να υφίσταται ανεξάρτητα από τις κυβερνήσεις), θα γίνει με τέτοιο τρόπο που η παρούσα κρίση θα φαίνεται σαν την δόνηση πριν τον κύριο σεισμό.

Όπως γράφει ο πρώην υπάλληλος της J P Morgan Ντέτλεβ Σλίχτερ, « ο πλούτος θα αλλάξει χέρια σε βαθμό πρωτόγνωρο για τα ιστορικά δεδομένα». Θα περάσει από αυτούς που κατέχουν άυλα περιουσιακά στοιχεία, σε κείνους που κατέχουν υλικά περιουσιακά στοιχεία και πάνω απ’ όλα χρυσό.

-Το δεύτερο χαρακτηριστικό του νεοφιλελευθερισμού, εκείνο που ορίσαμε χρηματιστικοποίηση, περιγράφει τέσσερις συγκεκριμένες αλλαγές που ξεκίνησαν κατά την δεκαετία του 1980.

Α. Οι εταιρείες για να χρηματοδοτήσουν την επέκτασή τους εγκατέλειψαν τις τράπεζες και στράφηκαν στις ελεύθερες αγορές (χρηματιστήρια), όπου το κόστος του χρήματος ήταν ακόμα μικρότερο, έως και δωρεάν.

Β. Οι τράπεζες στράφηκαν στους καταναλωτές ως πηγή κερδοφορίας (retail banking), αρχικά με τα στεγαστικά δάνεια και ύστερα με όλα τα υπόλοιπα.

Γ. Οι καταναλωτές έγιναν άμεσα συμμέτοχοι στις χρηματαγορές. Οι πιστωτικές κάρτες, οι υπεραναλήψεις, τα φοιτητικά και τα καταναλωτικά δάνεια έγιναν μέρος της καθημερινότητας. Ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της οικονομίας στηρίχτηκε όχι στην πρόσληψη εργατών και την πώληση αγαθών και υπηρεσιών σ’ αυτούς, αλλά στον δανεισμό τους.

. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, με την θεσμοθέτηση νέων τραπεζικών και χρηματιστηριακών προϊόντων, κάθε απλή οικονομική δραστηριότητα εγείρει και μια αγορά σύνθετων χρηματοοικονομικών. Οποιοσδήποτε αγοράζει ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο δημιουργεί ένα μετρήσιμο χρηματοοικονομικό κέρδος κάπου μέσα στο σύστημα. Ένα συμβόλαιο κινητού τηλεφώνου αλλά και η συνδρομή στο γυμναστήριο, όλα τα πάγια έξοδα των καταναλωτών είναι πακεταρισμένα μέσα σε χρηματοοικονομικά προϊόντα και αποδίδουν σταθερό τόκο σε έναν επενδυτή (πριν ακόμα αποφασίσει κανείς να τα αγοράσει).

Και το καλύτερο: Κάποιοι, που ο καταναλωτής δεν έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του, στοιχηματίζουν στο αν θα εξοφλήσει ή όχι τους λογαριασμούς του. Έτσι, οι χαμηλοί μισθοί και η χρηματιστικοποίηση πάνε πακέτο όπως ακριβώς και η επισφαλής εργασία και τα συσσίτια.
Ομύθος στην καρδιά του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι όλοι μπορούν να απολαύσουν τον καταναλωτικό τρόπο ζωής χωρίς την αύξηση των μισθών.

Η μαζική πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα βόλευε τους πάντες: Τους πολιτικούς που γενικώς δεν έπαιρναν χαμπάρι και καμάρωναν μιλώντας για ανάπτυξη, τους τραπεζίτες που πλούτιζαν από την πώληση δανείων σε κόσμο που δεν το άντεχε. Βόλεψε και τον καθημερινό άνθρωπο με την έννοια ότι ποιος μπορεί να αρνηθεί το φθηνό χρήμα; Χώρια και από την δημιουργία μιας τεράστιας βιομηχανίας υπηρεσιών δίπλα στους εύπορους: Ο ανθοπώλης, ο δάσκαλος γιόγκα, ο κατασκευαστής σκαφών και πάει λέγοντας.

Η προκύπτουσα ιδιωτικοποίηση της οικονομίας νομιμοποιείται από την γενική πλέον αίσθηση ότι αυτή αποτελεί το καλύτερο μέσο προς επίτευξη της γενικής ευημερίας. (Αλλά αγνοεί ότι η απόδοση της ιδιωτικής οικονομίας δεν αποτελεί ιδιωτικό ζήτημα, αλλά υπόθεση δημόσια και στο έπακρο πολιτική).

Η κακοτυχία επίσης είναι ότι ενώ το χάρτινο χρήμα είναι απεριόριστο, οι μισθοί είναι αληθινοί. Όσο μεγάλη κι αν είναι η ποσότητα χρήματος που παράγεται, αν το μέρος που καταλήγει στους εργαζόμενους είναι ολοένα και μικρότερο, την ίδια ώρα που ένα αυξανόμενο τμήμα των κερδών προέρχεται από τα δικά τους δάνεια και πιστωτικές κάρτες, θα έρθει η στιγμή τα πράγματα θα φτάσουν σε αδιέξοδο. Δηλαδή στην φούσκα και την έκρηξη.

Οιστορικός Φ. Μπροντέλ είπε ότι η παρακμή μιας οικονομίας ξεκινά με την στροφή της στα χρηματοοικονομικά. Είναι λέει σημάδι ότι εισέρχεται στην τρίτη ηλικία, είναι σημάδι του φθινοπώρου που επίκειται.

-Τρίτο χαρακτηριστικό: Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του νεοφιλελευθερισμού είναι η εμφάνιση των «παγκόσμιων ανισοτήτων» στο εμπόριο, τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο νεοφιλελευθερισμός αναπτύχθηκε μόνο και μόνο επειδή ορισμένες χώρες-κλειδιά επιλέγουν να μην τον εφαρμόσουν. Η Γερμανία, η Κίνα και η Ιαπωνία (και μερικές άλλες μικρότερες) χειραγωγούν το εμπόριό τους, τις επενδύσεις τους και την θέση τους στην αγορά συναλλάγματος με στόχο να συγκεντρώσουν το ρευστό των υπολοίπων χωρών. Αυτό τους δίνει και πολιτική ισχύ: Η ικανότητα της Γερμανίας να επιβάλει ταπεινωτικούς όρους στην Ελλάδα, το αποδεικνύει στην πράξη. Αυτές οι ανισότητες δημιουργούν το εύφλεκτο υλικό, φορτώνοντας τα χρηματοοικονομικά συστήματα των υπολοίπων χωρών με μη βιώσιμα χρέη και εξαναγκάζοντας χώρες όπως η Ελλάδα, που δεν έχουν την δύναμη να εξάγουν την κρίση τους, να πέσουν σε μια θανάσιμη περιδίνηση λιτότητας, αφήνοντάς τις αντιμέτωπες με βουνά δημοσίου χρέους, που είναι αδύνατο να αποπληρωθούν.

Η παρούσα μορφή της παγκοσμιοποίησης λοιπόν, έχει ένα κατασκευαστικό ελάττωμα: Οι στρεβλώσεις που τροφοδοτούνται δημιουργούν οικονομικές


κρίσεις. Ο κίνδυνος για το σύστημα συνίσταται στην διάλυση των πάντων όταν μία ή περισσότερες χώρες «οδεύσουν προς την έξοδο», παίρνοντας μέτρα προστατευτισμού, χειραγωγώντας συναλλάγματα ή αθετώντας πληρωμές χρεών. (Θυμηθείτε την ρητορική των Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ που έχουν δεσμευτεί προεκλογικά να προχωρήσουν και στα τρία αλλά και την κατάσταση τον τελευταίο καιρό στην Ιταλία).

-Τέταρτο χαρακτηριστικό: Η τεχνολογική επανάσταση. (Στο οποίο επικεντρωνόμαστε).

Το μόνο στοιχείο που δημιουργήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό, με θετικό πρόσημο και συνεχίζει να καλπάζει παρά την οικονομική κρίση, είναι η τεχνολογική επανάσταση, η οποία όμως όπως θα αναλυθεί παρακάτω, νομοτελειακά σχεδόν θα αποτελέσει την βόμβα στα θεμέλια του καπιταλισμού. Εξηγούμαι: Από την τεχνολογική επανάσταση αναδύθηκε η «κοινωνία της πληροφορίας», γεγονός που έχει επιφέρει σε παγκόσμια κλίμακα σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Αρχικά η νέα τεχνολογία, ήταν προσαρμοσμένη απόλυτα στις κλασικές δομές του καπιταλισμού. Αργότερα, με την έλευση του διαδικτύου, εξελίχθηκαν κάποια επαναστατικά βήματα βασισμένα στην δυνατότητα των ανθρώπων να παράγουν και να καταναλώνουν γνώση, ανεξάρτητα από τα κανάλια που δημιουργήθηκαν την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Τις πρώτες δονήσεις τις αντιληφθήκαμε στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, στη μουσική βιομηχανία και στην αιφνίδια απώλεια του κρατικού μονοπωλίου πολιτικής προπαγάνδας και ιδεολογίας.

Μετά άρχισαν να υπονομεύονται οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί ιδιοκτησίας και ιδιωτικής ζωής και άρχισε ο πόλεμος για το ποιος έχει το δικαίωμα να κατέχει και να αποθηκεύει πληροφορίες.

Η μεγαλύτερη επίπτωση όμως μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται κατανοητή και δεν είναι άλλη από την μέτρηση της αξίας που παράγει το διαδίκτυο. Το 2013 οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ αποφάνθηκαν ότι η αξία αυτή είναι αδύνατο να κοστολογηθεί με τα παραδοσιακά εργαλεία της αγοράς. «Οι επιπτώσεις του Διαδικτύου στις συναλλαγές και στην προστιθέμενη αξία εντός αγορών είναι αδιαμφισβήτητα εκτεταμένες αλλά οι επιπτώσεις του στις αλληλεπιδράσεις εκτός αγορών είναι ακόμα πιο σοβαρές» έγραψαν. Από αυτό προκύπτει μια σοβαρή υπόνοια: Μια οικονομία της πληροφορίας ενδεχομένως είναι ασύμβατη με μια οικονομία των αγορών, που σημαίνει ότι έχουμε μπροστά μας μια άκρως πιθανή σύγκρουση με το σύστημα το οποίο ακριβώς βασίζεται στις αγορές, την ιδιωτική περιουσία και στις συναλλαγές. Οι τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών δηλαδή, πιθανώς υπονομεύουν κάτι πολύ θεμελιώδες στον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού.

Ας αναλύσουμε λίγο περισσότερο την κατάσταση.

Το 1920, η Σοβιετική Ένωση αγόρασε από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας οκτώ σημειωματάρια γραμμένα από το 1858 στο Λονδίνο από τονΚαρλ Μαρξ, είχαν δε σωθεί από τον Ένγκελς. Γραμμένα στα Γερμανικά, γνωστά ως Grundrisse (μεταφράζεται Βασικές Γραμμές και στα Ελληνικά είναι γνωστά ως Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας- Εκδόσεις Στοχαστής 1989) και θα γίνουν γνωστά στην Δυτ. Ευρώπη το 1973.
Ο τίτλος του κεφαλαίου που μας ενδιαφέρει (στην ελληνική έκδοση) είναι «…Πάγιο κεφάλαιο και συνέχεια της παραγωγικής διαδικασίας – Μηχανήματα και ζωντανή εργασία – Η εφεύρεση σαν επιχείρηση – Αντίφαση ανάμεσα στη βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και στην ίδια την ανάπτυξή της. Μηχανές κλπ ». (Τόμος 2ος σελ. 372)

(Συντομ. «Απόσπασμα για τις μηχανές»)

Ξεκινά με την διαπίστωση ότι η σχέση μεταξύ εργάτη και μηχανής αλλάζει καθώς αναπτύσσεται η βιομηχανία μεγάλης κλίμακας.

Στα πρώτα βήματα της βιομηχανίας, υπήρχαν ο άνθρωπος, το χειροκίνητο εργαλείο και το προϊόν. Αργότερα, «Η ιδιοποίηση της ζωντανής εργασίας

από το κεφάλαιο αποκτά και απ’ αυτή την άποψη στα μηχανήματα άμεση πραγματικότητα: απ’ την μια μεριά, αυτό που επιτρέπει στην μηχανή να εκτελεί την ίδια εργασία που εκτελούσε προηγούμενα ο εργάτης είναι η ανάλυση και εφαρμογή μηχανικών και χημικών νόμων, που πηγάζουν άμεσα από την επιστήμη. Η ανάπτυξη ωστόσο των μηχανημάτων σ’ αυτήν την κατεύθυνση παρουσιάζεται μόνο όταν η μεγάλη βιομηχανία έχει ήδη φτάσει στην ανώτερη βαθμίδα και όλες οι επιστήμες έχουν αιχμαλωτιστεί στην υπηρεσία του κεφαλαίου, κι απ’ την άλλη μεριά όταν τα μηχανήματα ήδη προσφέρουν μεγάλους πόρους. Τότε η εφεύρεση γίνεται επιχείρηση και η εφαρμογή της επιστήμης στην ίδια την άμεση παραγωγή γίνεται σκοπιά που την καθορίζει και την παρακινεί…. Εδώ λοιπόν ο συγκεκριμένος τρόπος εργασίας εμφανίζεται άμεσα να μεταφέρεται από τον εργάτη στο κεφάλαιο με την μορφή της μηχανής και αυτή η μετάθεση να απαξιώνει το εργατικό δυναμικό του εργάτη…… Αυτό που ήταν δραστηριότητα του ζωντανού εργάτη γίνεται δραστηριότητα της μηχανής. » (Σελ. 373)

Ο Μαρξ οραματίζεται μια οικονομία στην οποία ο βασικός ρόλος των μηχανών θα είναι η παραγωγή και ο βασικός ρόλος του ανθρώπου η επίβλεψη της παραγωγής. Διατυπώνει με σαφήνεια την άποψη ότι η κύρια παραγωγική δύναμη σε μια τέτοια οικονομία θα είναι η πληροφορία. «……Στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα της καταβλημένης εργασίας* ολοένα περισσότερο από την δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου. Και η δύναμη αυτή δεν βρίσκεται σε καμία σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από την γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγω της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή. …. Αντίθετα ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται – και αυτό είναι σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας- στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία και την δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει. Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας. …. Δεν παρεμβάλλει πια ο εργάτης το τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο σαν ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο αντικείμενο και τον εαυτό του – αντίθετα παρεμβάλλει την φυσική διαδικασία - που την μετατρέπει σε βιομηχανική - σαν μέσο ανάμεσα στον εαυτό του και την ανόργανη φύση, που την εξουσιάζει. Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντά της. Σ’ αυτήν την μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ’ έναν λόγο η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, που βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ’ αυτή την νέα βάση που δημιούργησε και ανέπτυξε η μεγάλη βιομηχανία… ». (Τόμος 2ος, σελ. 374)

Με άλλα λόγια, η οργάνωση και η γνώση συνεισφέρουν περισσότερο στην παραγωγική διαδικασία από όσο η εργασία που απαιτεί η κατασκευή και η λειτουργία των μηχανών.

Δεδομένης της εξέλιξης του μαρξισμού ως μιας θεωρίας της εκμετάλλευσης βασισμένης στην ιδιοποίηση του χρόνου εργασίας, το παραπάνω δεν μπορεί να είναι παρά μια επαναστατική δήλωση. Υπονοεί πως βασικό ζήτημα εκτός από την αντιπαράθεση μισθών και κερδών, είναι και ο έλεγχος της «δύναμης που προσφέρει η γνώση». Στο σημείο αυτό ο Μαρξ ρίχνει την βόμβα: Σε μια οικονομία που το μεγαλύτερο τμήμα της δουλειάς πραγματοποιείται από τις μηχανές και η ανθρώπινη εργασία περιορίζεται στην επίβλεψη, συντήρηση και στον σχεδιασμό των μηχανών, η φύση της γνώσης που βρίσκεται ενσωματωμένη στις μηχανές πρέπει να είναι κοινωνική, γράφει.

Αυτές οι δύο ιδέες, δηλαδή ότι μεγάλη κινητήρια δύναμη της παραγωγής είναι η γνώση και ότι η ενσωματωμένη γνώση στις μηχανές είναι κοινωνική, οδήγησαν τον Μαρξ στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

Πρώτον, σ’ ένα βαριά μηχανοποιημένο καπιταλισμό, η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω καλύτερης γνώσης είναι μια πολύ πιο ελκυστική πηγή κερδοφορίας από την επέκταση των ωρών εργασίας, ή την επιτάχυνση των ρυθμών εργασίας.

Δεύτερον, ο καπιταλισμός που βασίζεται στην γνώση δεν μπορεί να υποστηρίζει ένα μηχανισμό σχηματισμού τιμών για τον οποίο η αξία του αγαθού καθορίζεται από την αξία όσων απαιτήθηκαν για την παραγωγή του. Όταν οι συντελεστές παραγωγής συνιστούν μορφή κοινωνικής γνώσης, είναι αδύνατο να εκτμηθεί η αξία τους. Η παραγωγή που βασίζεται στην γνώση κατευθύνεται προς μια απεριόριστη δημιουργία πλούτου, ανεξαρτήτως της δαπανώμενης εργασίας.


Όμως το τυπικό καπιταλιστικό σύστημα βασίζεται στην τιμολόγηση του κόστους αυτών των συντελεστών παραγωγής και στην υπόθεση ότι η φύση αυτών των συντελεστών είναι πεπερασμένη.

Κατά τον Μαρξ, ένας καπιταλισμός με πυρήνα την γνώση, οδηγεί σε μια ουσιαστική αντίφαση μεταξύ των «παραγωγικών δυνάμεων» και των «κοινωνικών σχέσεων». «Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις – που

και οι δύο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου – εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στην δική του στενή βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τους υλικούς όρους για να το ανατινάξουν». (σελ 375)

Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του, ο Μαρξ εισάγει μια νέα έννοια: Την «Γενική κοινωνική γνώση ή Γενικό Νου».

«Η φύση δεν κατασκευάζει μηχανές, ατμομηχανές, σιδηροδρόμους, ηλεκτρικούς τηλέγραφους, αυτόματες κλωστικές μηχανές κλπ. Αυτά είναι προϊόντα της ανθρώπινης βιομηχανίας, φυσική ύλη που μετατράπηκε σε όργανο της ανθρώπινης βούλησης πάνω στην φύση, ή της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στην φύση. Είναι όργανα του ανθρώπινου μυαλού δημιουργημένα με το ανθρώπινο χέρι` αντικειμενοποιημένη επιστήμη. Η ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου δείχνει σε ποιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση, knowledge, έχει γίνει άμεση παραγωγική δύναμη και άρα οι όροι της κοινωνικής βιοτικής διαδικασίας έχουν υπαχθεί στον έλεγχο του γενικού νου και έχουν μετασχηματιστεί αντίστοιχα. » (σελ. 375).

Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα η Αριστερά θεωρούσε πως μόνο ο κρατικός σχεδιασμός μπορεί να οδηγήσει τον κόσμο εκτός καπιταλισμού. Οι αριστεροί διανοούμενοι είχαν στηριχτεί στις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, την χαοτική φύση των αγορών, στην ανικανότητα ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών και στην τάση για καταστροφικές κρίσεις.

Όμως στο «Απόσπασμα για τις μηχανές» βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα άλλο είδος μετάβασης: σε μια γνωσιογενή πορεία εκτός καπιταλισμού, η κύρια αντίφαση της οποίας εστιάζεται μεταξύ τεχνολογίας και μηχανισμού αγορών. Ο καπιταλισμός καταρρέει επειδή δεν μπορεί να συνυπάρξει με την κοινόχρηστη γνώση. Γνώση σημαίνει όμως πληροφορία και η πληροφορία γίνεται το μυαλό και η καρδιά της κοινωνίας - όπως και η «επικοινωνία» γίνεται η κεντρική έννοια της κοινωνικής θεωρίας στην μετα – καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας.

Ο Μαρξ λοιπόν είχε φανταστεί ότι η κοινωνικά παραγόμενη πληροφορία θα ενσωματωνόταν στις μηχανές και ότι αυτό θα δημιουργούσε μια νέα δυναμική που θα κατέστρεφε τους παλαιούς μηχανισμούς σχηματισμού τιμών και παραγωγής κέρδους. Και είχε φανταστεί ότι η πληροφορία θα αποθηκευόταν και θα διαμοιραζόταν μέσω που εκείνου που αποκάλεσε «γενικό νου», δηλαδή των διασυνδεδεμένων μέσω της κοινωνικής γνώσης πνευματικών διεργασιών όλων των ανθρώπων και έτσι κάθε βελτίωση στο σύστημα θα ευνοούσε τους πάντες. Επιπροσθέτως είχε φανταστεί και την απελευθέρωση από την εργασία ως τον βασικό στόχο της εργατικής τάξης, στην περίπτωση που προέκυπτε ένας τέτοιος κόσμος.

Ο ουτοπιστής σοσιαλιστής φιλόσοφος Σαρλ Φουριέ είχε προβλέψει ότι η εργασία θα αποκτούσε χαρακτήρα παιχνιδιού. Ο Μαρξ στο «Απόσπασμα για τις μηχανές» διαφωνεί: Όπως γράφει εκεί, η απελευθέρωση θα προέκυπτε από τον ελεύθερο χρόνο. Γράφει επί λέξει «…Όσο περισσότερο αναπτύσσεται

αυτή η αντίφαση, τόσο πιο πολύ προκύπτει πως η αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί πια να περιορίζεται στα πλαίσια της ιδιοποίησης ξένης υπερεργασίας, αλλά η ίδια η εργατική μάζα πρέπει η ίδια να ιδιοποιείται την υπερεργασία της. Μόλις γίνει αυτό,…. τότε απ’ την μια μεριά ο αναγκαίος χρόνος εργασίας θα έχει μέτρο τις ανάγκες του κοινωνικού ατόμου, απ’ την άλλη …. ο διαθέσιμος χρόνος όλων μεγαλώνει. …. Τότε μέτρο του πλούτου δεν θα είναι πια καθόλου ο χρόνος εργασίας, αλλά ο διαθέσιμος χρόνος». (σελ. 377)

ΟΙταλός θεωρητικός του ρεύματος της Αυτονομίας Τόνι Νέγκρι περιέγραψε το «Απόσπασμα για τις μηχανές» ως ο «Μαρξ πέρα από τον Μαρξ».

Οι μαθητές του από τον χώρο της Άκρας Αριστεράς, αποπειράθηκαν να συγκροτήσουν μια θεωρία με βάση αυτές τις ιδέες του Μαρξ, και όρισαν την εξέλιξη σαν «γνωστικό καπιταλισμό», προσδιόρισαν δε ότι αυτός είναι μια συνεκτική νέα μορφή καπιταλισμού, ένα τρίτο είδος καπιταλισμού, μετά τον προβιομηχανικό εμπορικό καπιταλισμό του 17ουκαι 18ου αιώνα και τον βιομηχανικό καπιταλισμό των τελευταίων διακοσίων χρόνων. Θεμέλιά του αποτελούν οι παγκόσμιες αγορές, η χρηματιστικοποιημένη κατανάλωση, η άυλη εργασία και το άυλο κεφάλαιο.

Στον γνωστικό καπιταλισμό μεταμορφώνεται η ίδια η φύση της εργασίας. Η χειρωνακτική εργασία και η βιομηχανία δεν παύουν να υπάρχουν, η θέση τους όμως στο συνολικό τοπίο αλλάζει. Η πληροφορία για τις συνήθειες και προτιμήσεις των καταναλωτών παράγει το κέρδος (το Nike+ μέσω ενός iPod καταγράφει τις επιδόσεις κάποιου στο τρέξιμο και έχει τροφοδοτήσει την Nike με εκατόν πενήντα εκατομμύρια τρεξίματα). Η παραγωγή πλέον δεν διαχωρίζεται με σαφήνεια από την κατανάλωση. Επειδή δε μια κοινωνία που έχει εστιαστεί στην μαζική κατανάλωση πρέπει να ποτίζεται συνεχώς με καφέ, να σερβίρεται με χαμόγελο και να εξυπηρετείται από τηλεφωνικά κέντρα, το «εργοστάσιο» σ’ αυτό το σύστημα δεν είναι άλλο από ολόκληρη την κοινωνία.

Η «κοινωνία ως εργοστάσιο» είναι μια έννοια κεφαλαιώδους σημασίας για τους θεωρητικούς του γνωστικού καπιταλισμού. Το εργοστάσιο πλέον δεν αποτελεί τον τόπο συγκέντρωσης της εργασίας και της παραγωγής· οι εργασιακές διαδικασίες έχουν μετακινηθεί έξω από τους τοίχους του εργοστασίου για να επενδύσουν ολόκληρη την κοινωνία. Βέβαια, η εμφανής παρακμή του εργοστασίου ως τόπου της παραγωγής δεν σημαίνει ότι παρήκμασε το καθεστώς της εργοστασιακής παραγωγής και η πειθαρχία της, αλλά μάλλον σημαίνει ότι δεν περιορίζεται πλέον σε έναν ιδιαίτερο τόπο μέσα στην κοινωνία. Ο απόλυτος καταμερισμός της εργασίας διαφορίζει την κοινωνική εργασία και την κερματίζει σε μικρές ενότητες, ώστε αυτή δεν μπορεί πλέον να νοηθεί ως πυραμίδα, παρά μάλλον ως επίπεδο πάνω στο οποίο οι διάφορες μορφές εργασίας υπάρχουν παράλληλα και


όντας αμοιβαία απαραίτητες, φαντάζουν ισότιμες. Έτσι ριζώνει στην γενική συνείδηση η κοινωνική κινητικότητα η οποία προϋποθέτει εκτός από τον εξελιγμένο καταμερισμό της εργασίας, την κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα.(Αυτό μας βοηθά να κατανοήσουμε όχι μόνο την φύση της εκμετάλλευσης αλλά και την φύση της αντίστασης. Να κατανοήσουμε π.χ. γιατί η «Νέα Δεξιά» της Ευρώπης νέμεται την αριστερή κριτική του καπιταλισμού, γιατί οι διαδηλωτές συμπεριφέρονται σαν «φυλές» με χαρακτηριστικά παρμένα από τις διαφημίσεις και όχι σαν ενοποιημένο προλεταριάτο, ή
γιατί έχει εκλείψει η κοινωνία των πολιτών και ο κόσμος μας χαρακτηρίζεται πλέον ως μετα- πολιτικός).

Ταυτόχρονα η εργασία δεν έχει αλλάξει και τον τελικό της σκοπό: είναι παρούσα μέσα σε όλα τα εμπορεύματα και αποτελεί την κοινή ουσία όλων των παραγωγικών δραστηριοτήτων, οπότε είναι μια πρακτική που δημιουργεί αξίες. Η προβληματική που προκύπτει πλέον έγκειται στην μέτρηση της αξίας που δημιουργείται από την εργασία που παράγει «γνώση» όταν αυτή μέσω του διαδικτύου γίνεται κοινόχρηστη και μπορεί να μεταφερθεί από την μια χρήση στην άλλη, τη στιγμή που η κύρια λειτουργία του νόμου της αξίας στον καπιταλισμό είναι να καταστήσει σαφές ότι ενώ δεν υπάρχει κεντρικός έλεγχος , υπάρχει η τάξη που προκύπτει από την ορθολογικότητα της αγοράς, (τάξη που σημαίνει ότι δεν υπάρχει προϊόν χωρίς αξία). Αυτό δημιουργεί τη υπόνοια ότι ενώ αρχικά η αξία της εργασίας ήταν προσδεμένη με τις δομές του κεφαλαίου, τώρα και οι δύο αυτές έννοιες είναι μεταβλητά στοιχεία: αν η εργασία είναι η βάση της αξίας, άλλο τόσο και η αξία είναι η βάση της εργασίας, ιδίως αφού η εργασία μεταβάλλεται ολοένα και περισσότερο προς την άυλη εργασία
– διανοητική και τεχνικοεπιστημονική μέσα από πολύπλοκα δίκτυα και την μηχανογράφηση ενός ευρέος φάσματος διαδικασιών.

Αν δεχτούμε (αυτό που πολλοί πιστεύουν) ότι ο γνωστικός καπιταλισμός είναι ήδη ένα πλήρως λειτουργικό σύστημα (πέμπτο κύμα), έχουμε να παρατηρήσουμε ότι αυτός δεν φαίνεται να είναι ένας νέος, συνεκτικός και λειτουργικός τύπος καπιταλισμού.

Αντίθετα, είναι ένας καπιταλισμός ασυνάρτητος, αγχώδης, πυρετώδης και ασταθής. Ενώ παραμένει αληθής ο ισχυρισμός ότι όλη η κοινωνία έχει γίνει ένα εργοστάσιο, οι μηχανισμοί εκμετάλλευσης εξακολουθούν να είναι πρωτίστως οι μισθοί και η πίστωση. Από κοινωνική άποψη συνεχίζουμε να βρισκόμαστε παγιδευμένοι μέσα σ’ ένα κόσμο μονοπωλίων και αναποτελεσματικότητας, σ’ ένα κόσμο διάσπαρτο με τα ερείπια της ελεύθερης αγοράς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σ’ ένα κόσμο όπου οι δουλειές χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο γίνονται καθεστώς, γεμάτο παράνοια. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εργοδοσία στα εργοστάσια Foxconn της Apple στην Κίνα, που το 2010 εξανάγκασε τους εργάτες να δεσμευτούν με συμβόλαιο ότι δεν θα αυτοκτονούσαν λόγω των ιδιαίτερα στρεσογόνων εργατικών συνθηκών! Και μέσα σ’ όλα αυτά, διακυβεύεται και το βασικότερο συστατικό της αστικής δημοκρατίας: Η ελευθερία δεν είναι πλέον αναγκαία και προσφέρεται να ανταλλαγεί (μέσω της τρομοκρατίας) με «ασφάλεια».
(Ακριβώς όπως και στα Γιάννενα του Αλή Πασά. Να τι λέει ο υμνητής του, Χατζή - Σεκρέτης, στην Αληπασιάδα του, όταν έφταναν στα Γιάννενα τα άσχημα νέα για την Γαλλική επανάσταση:

Κάνα χαμπέρι, ρώτησε μη σου ‘ρθε απ’ το Παρίσι;

……………………………………………………

Και αφού άκουσε τα νέα, λέει:

……………………………………………………

Φάγε και πιέ στην τάβλα μας και κάμε την τιμή σου Γιατί τα’ ακούει Μουχτάρ Πασάς και γδέρνει το κορμί σου

……………………………………………………

Εμείς δεν θέλμε λιμπερτά μηδέ ελευθερία Μήπως στο Μπάνιο είμαστε, απάν’ στην τυρρανία; Έχομε τα σοχμέτια μας και την ανάπαψί μας Και θέλομε να είμασθεν εμείς με την τιμή μας Και λιμπερτά να κάνετε στο σπίτι το δικό σας

Τι σήμερα στον τόπο μας δεν γίνετ’ ο σκοπός σας.)

…………………………………………………………………………………………………

Πλείστοι όσοι μορφωμένοι και μη ειδωλολάτρες, ακόμα και στον 3ο και 4οαιώνα μΧ., ελάχιστα είχαν αντιληφθεί την αλλαγή που είχε συντελεστεί από καιρό και συνέχιζαν να μιλούν για την ζωντάνια και την ανανεωσιμότητα της πίστης τους, περίπου όπως σήμερα πολλοί κάνουν λόγο για το ασυμπλήρωτο ακόμα έργο των Νέων Χρόνων. (Π. Κονδύλης).

Καθώς ο αντικομουνιστικός αγώνας της δύσης διεξάχθηκε προγραμματικά στο όνομα του φιλελευθερισμού, εδραιώθηκε η οπτική απάτη ότι η κατάρρευση του κομουνισμού ισοδυναμεί με την νίκη του αειθαλούς φιλελευθερισμού. Πρέπει να αντιληφθούμε πλέον ότι η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού συνοδεύτηκε από την εξαφάνιση και τα τελευταίων κατάλοιπων της αστικής κοσμοθεωρίας, επειδή εκείνος ο μαρξισμός που εφαρμόστηκε στην Σοβιετική Ένωση, ήταν μια κοσμοθεωρητική σύνθεση που διαμορφώθηκε σε στενή σχέση με την αστική σκέψη, οπότε η κατάρρευση αναπόφευκτα παρέσυρε και τους δύο.

Ο αστός αντικαταστάθηκε από τον επιχειρηματία και τον μάνατζερ, η μορφή της ιδιοκτησίας των αστών στις μεγάλες επιχειρήσεις άλλαξε και πέρασε σε νομικά πρόσωπα (με χιλιάδες ή και εκατομμύρια μετόχους – φυσικά πρόσωπα) χωρίς καμιά σχέση πλέον με το εθνικό κράτος. Παρά τις προπαγανδιστικές ωραιολογίες περί αστικού – φιλελεύθερου πολιτισμού, η Δύση κατακλύζει σήμερα τον κόσμο όχι μ’ αυτόν τον πολιτισμό, αλλά ένα τεχνικισμό και οικονομισμό αφ’ ενός και με μια kitsch ηδονιστική κουλτούρα αφ’ ετέρου.

Οι νέες παραγωγικές δυνατότητες που εμφανίστηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, απαιτούσαν νέες δυνατότητες πώλησης και ο διαγραφόμενος κίνδυνος σοβαρών κρίσεων υπερπαραγωγής προσωρινά προλήφθηκε με μια ουσιαστικά διαφορετική αξιολόγηση του εργάτη μέσα στην συνολική οικονομική διαδικασία: αυτός έγινε καταναλωτής με αποτέλεσμα να αποκτήσει αυτοτέλεια και ελευθερία αποφάσεων τις οποίες ποτέ δεν είχε ως μόνο παραγωγός. Έτσι θα έπρεπε αμέσως μετά να ληφθεί υπ’ όψη όχι μόνο ως καταναλωτής αγαθών αλλά και ως πολιτικός καταναλωτής. Η μετατροπή λοιπόν των κομμάτων σε μαζικές οργανώσεις επέφερε και την μείωση του ειδικού βάρους των ανώτερων αστικών στοιχείων μέσα σ’ αυτά, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι τα κόμματα δεν διατήρησαν τα γνωρίσματα του συνδέσμου προυχόντων. Όμως τις βαθμίδες της ιεραρχίας μπορούσαν να τις ανέβουν πολύ ευκολότερα πλέον μέλη μικροαστικής ή προλεταριακής καταγωγής. Η αύξηση της ισχύος των επαγγελματικών οργανώσεων συνέβαλε κι αυτή σε μια εικόνα για την πολιτική, πολύ διαφορετική από την προγενέστερη αστική. Η ταυτόχρονη πολυπλοκότητα της οικονομίας και η εξασθένιση της ισχύος του αστού παλαιού τύπου μέσα στο μαζικό πλέον κόμμα, την ίδια στιγμή που η οικογενειακή επιχείρηση υποκαταστάθηκε από ανώνυμες εταιρείες η λειτουργία των οποίων εξαρτιόταν από ένα αυτοτελές στρώμα τεχνικών, οικονομικών ή διοικητικών ειδικών, επέφερε και την εξασθένιση της κοινωνικής θέσης ολόκληρης της αστικής τάξης.

Το σημαντικότερο: οι ειδικές γνώσεις πλέον έγιναν χρησιμότερες από τις γενικές και το χάσμα ανάμεσα στην εργασία, τον πολιτισμό και την παιδεία βάθυνε.

Για να λειτουργήσει το σύστημα χρειάζεται (για πρώτη φορά στην ιστορία) ηδονιστικές στάσεις και αξίες οι οποίες κάνουν ψυχολογικά ελκυστική και δικαιώνουν ηθικά την αναγκαία οικονομικά μαζική κατανάλωση των μαζικά παραγόμενων καταναλωτικών προϊόντων. Στην λαϊκή φαντασία ο ήρωας της κατανάλωσης υποκαθιστά τώρα τον ήρωα της εργασίας, τα ιδιωτικά ΜΜΕ προβάλουν αδιάκοπα τον κόσμο της υπερκατανάλωσης που αποτελεί πηγή ψυχοπαθολογικών φαινομένων όπως είναι αυτό της μόδας (που συχνά όχι μόνο καταρρέει αισθητικά αλλά ενίοτε ξεπερνά και τα όρια του kitsch πχ στην περίπτωση των σκισμένων τζην).

Ηίδια διαδικασία περνάει μέσα από κάθε λογής στρεβλώσεις, όπως η κακοποίηση της έννοιας της ισότητας των δυο φύλλων: η πρώτη χειραφετημένη γυναίκα ήταν εκτός από την bohemieene (μποέμισα), η femme fatale, η οποία ήξερε να χρησιμοποιεί τα κλασσικά όπλα ενάντια «στον άνδρα», επομένως τον χρειαζόταν ως συναγωνιστή και εταίρο. Όμως η μοντέρνα χειραφετημένη γυναίκα θέτει ως σκοπό της να γκρεμίσει αυτήν ακριβώς την εικόνα του άνδρα. Η femme fatale εξαφανίζεται και το οπλοστάσιό της περνάει σε χέρια που δεν ξέρουν να το χειριστούν με την ίδια φινέτσα. Την εταίρα της αστικής εποχής διαδέχεται έτσι το πορνίδιο της σύγχρονης. Αναγκαία συνέπεια της επιδιωκόμενης μείωσης ή εξάλειψης των διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλλα είναι η νέα αποτίμηση της ομοφυλοφιλίας: Στον βαθμό που εκλείπουν αυτές οι διαφορές, δεν χρειάζεται να αναζητούνται πια γυναικείες ή ανδρικές ερωτικές ιδιότητες και το ερωτικό στοιχείο γίνεται έτσι πιο ρηχό.

(Στην ίδια βάση ανθεί η λατρεία της νεανικότητας, με την οποία οι πρεσβύτεροι επιδιώκουν να συμπορευτούν, πασχίζοντας με διαφορετική επιτυχία εκάστοτε να παραμείνουν «fit»).

Ηδιαπιστωμένη κατάρρευση των αστικών αξιών και του αστικού πολιτισμού παρέσυραν και την έννοια της τέχνης, η οποία δια μέσου της μετάλλαξής της σε εμπόρευμα υποτιμήθηκε για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της μαζικής κατανάλωσης. Έτσι τα πάντα μπορούν να γίνουν καλλιτέχνημα, ακόμα και τα παλιοσίδερα.


Όπως και να έχει, είναι βέβαιο ότι διανύουμε μια περίοδο, που είτε αυτή αποτελεί το τελευταίο στάδιο του παρόντος κύκλου Kondratiev, είτε αποτελεί ένα είδοςμεταβιομηχανικού - μετααστικού καπιταλισμού που τον βλέπουμε σαν τον «γνωστικό καπιταλισμό» της σχολής του Τ. Νέγκρι, ή σαν «συλλογικό καπιταλισμό» (William Lazonick), ή σαν την κατά τον Παν. Κονδύλη «μαζική δημοκρατία», τα αδιέξοδα έφτασαν γρήγορα. Άλλωστε το ερώτημα γιατί θα πετύχει ο μάνατζερ εκεί όπου απέτυχε ο αστός, είναι αναπάντητο.

Λέει ο Π. Κονδύλης: «Ποια συγκεκριμένα γεγονότα θα συγκροτήσουν τις μεγάλες ροπές κατά τον 21ο αιώνα, που, καθώς πιστεύω, θα είναι ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης Ιστορίας, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ένα ωστόσο είναι βέβαιο: η Ιστορία δεν τελείωσε, κανείς απ’ όσους ζουν σήμερα δεν πρόκειται να πεθάνει γνωρίζοντας πώς θα τελειώσει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιγράψουμε τις κινητήριες δυνάμεις της, μέσα στην δεδομένη βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη συγκυρία. Και η περιγραφή αυτή δεν είναι έργο του ιδεολόγου και του ηθικολόγου – απαιτεί ματιά ασκημένη στην θέαση της ιστορικότητας των φαινομένων».

Το ερώτημα που τέθηκε στην αρχή, αν δηλαδή ο καπιταλισμός οποιασδήποτε μορφής μπορεί να αναγεννιέται αενάως, μπορεί να απαντηθεί και χωρίς την ανάλυση που προηγήθηκε, επειδή ο κακότυχος φυσικός νόμος προστάζει, ότι οτιδήποτε αρχίζει κάποια στιγμή, κάποια άλλη, αργά ή γρήγορα θα τελειώσει. Όμως η ολοκληρωμένη απάντησή του θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τι θα είναι αυτό που θα τον αντικαταστήσει.

Από τα πράγματα οδηγούμαστε να αποδεχτούμε ότι αυτό δεν θα βασίζεται σε κάτι αμιγώς οικονομικό, όπως η αγορά, ή κάτι αμιγώς καταναγκαστικό, όπως η εξουσία των φεουδαρχών, που σημαίνει πως θα αλλάξει όλη η ανθρωπότητα και όχι μόνο η οικονομία. Η μεταβατική περίοδος που θα οδηγήσει σ’ αυτό, θα είναι παρατεταμένη και χαοτική, θα μοιάζει με την μετάβαση από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό με ένα τρόπο που η τεχνολογία, το διαδίκτυο και η κατά Μαρξ «γενική κοινωνική γνώση» θα διαβρώσουν την λειτουργικότητα και την εξουσία του συστήματος της αγοράς και στο τέλος θα το καταλύσουν.

Παρά την αντίθεση του κυρίαρχου ρεύματος της αριστεράς, που υποστηρίζει ότι καμία παράμετρος του νέου συστήματος δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στο παλιό, όταν εξετάζουμε την πιθανότητα μετάβασης εκτός καπιταλισμού θα πρέπει να δεχτούμε ότι θα λάβει χώρα μια παρόμοια σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ τεχνολογίας, ιδεών, κοινωνικών αγώνων και εξωγενών αποσταθεροποιητικών παραγόντων, με αυτήν που συνέβη κατά την μετάβαση από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Οι ρόλοι του διαδικτύου, των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών και των επεκτάσεών τους στα υπόλοιπα είδη τεχνολογίας, από την γενετική ως τις υπηρεσίες υγείας, την γεωργία και τους εκτυπωτές μηχανών αλλά και η κλιματική αλλαγή, αποτελούν ίσως τα αντίστοιχα μεγέθη των τυπογραφικών πιεστηρίων, της επιστημονικής μεθοδολογίας του 17ου αιώνα και του μαύρου θανάτου του μεσαίωνα.

30/11/2016

Αλέξανδρος Κανελλόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου