Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Αλέξανδρου Κανελλόπουλου ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ Άρθρο με αποσπάσματα από μελέτη μου σχετική με την Ιστορία των Οικονομικών Πολιτικών.
Στην διάσκεψη ειρήνης των Βερσαλλιών το 1919, επιβλήθηκαν στην Γερμανία ως επανορθώσεις, τεράστια ποσά τα οποία θα έπρεπε να πληρώσει για τις ζημιές που προκάλεσε στους νικητές του πολέμου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1921 το ποσό αυτό προσδιορίστηκε σε 33 δις δολάρια, που καθένας γνώριζε ότι ήταν καθαρή φαντασίωση, δεδομένου ότι ισοδυναμούσε με μιάμιση φορά το ΑΕΠ της χώρας τότε και τέτοια χρέη απλά δεν μπορούν να αποπληρωθούν.
Οι επανορθώσεις οδήγησαν σε ατελείωτες διαμάχες, κρίσεις και διευθετήσεις υπό την αιγίδα των Αμερικανών, εφ’ όσον οι ΗΠΑ συνέδεαν το θέμα των γερμανικών χρεών προς τους Συμμάχους με το θέμα των χρεών από τα δάνεια που πήραν οι Σύμμαχοι από την Ουάσιγκτον κατά την διάρκεια του πολέμου. Τα ποσά που ζητούσαν οι Αμερικάνοι από την Βρετανία αποτελούσαν το 50% του ΑΕΠ της χώρας αυτής και από την Γαλλία, το 75%.
Η Γερμανία εξαναγκάστηκε να καταφύγει σε επαχθή δανεισμό με συνέπεια, τα τεράστια ποσά των επανορθώσεων που προήρχοντο από μαζικά αμερικανικά δάνεια που συνήψε η χώρα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’20, «επέστρεφαν» με την μορφή των πληρωμών των δανείων των Συμμάχων στις ΗΠΑ.

Σε συνδυασμό με την γενικότερη οικονομική δυσπραγία η οποία σύμφωνα με τους οικονομολόγους της εποχής, οφειλόταν ιδιαίτερα στην έντονη και αυξανόμενη ανισορροπία στην διεθνή οικονομία, λόγω της ασυμμετρίας στην ανάπτυξη μεταξύ των ΗΠΑ και του υπόλοιπου κόσμου (και κυρίως της Ευρώπης), τελικά το όλο σύστημα κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος και όλες οι πληρωμές έπαψαν, κατέρρευσαν δε όλες οι διευθετήσεις διεθνών πληρωμών.

…………………………………………………………………………………………………..

Όμως ο κυριότερος παράγοντας κατά την γνώμη ιστορικών της οικονομίας, επικεντρώνεται στην αποτυχία της διεθνούς οικονομίας να δημιουργήσει αρκετή ζήτηση για μια διαρκή επέκταση.

Αυτό που συνέβαινε, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα στο σύστημα της ελεύθερης αγοράς, ήταν ότι τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξάνονταν σε δυσανάλογα μεγαλύτερο βαθμό από τους μισθούς και οι ευημερούντες έπαιρναν μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι η μαζική ζήτηση δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την αυξανόμενη παραγωγικότητα του βιομηχανικού συστήματος.

Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν ότι αυτό συνεπάγεται υπερπαραγωγή και κερδοσκοπία που πυροδοτούν την κατάρρευση.

Όταν αυτή επήλθε, προσέλαβε δραματικές διαστάσεις. Το «φάρμακο» που δόθηκε για την «θεραπεία» και την τόνωση της χωλαίνουσας ζήτησης ήταν μια τεράστια επέκταση της καταναλωτικής πίστης.

Λίγο αργότερα, οι τράπεζες που ήδη είχαν υποστεί πλήγματα από την κερδοσκοπία στο χώρο των ακινήτων, υπερφορτώθηκαν με επισφαλή καταναλωτικά δάνεια και ανεξόφλητα χρέη, με επακόλουθο την χρεωκοπία τους.

…………………………………………………………………………………………………..



Η μεγάλη ύφεση επιβεβαίωσε την πεποίθηση διανοουμένων, ακτιβιστών και απλών πολιτών ότι κάτι ήταν βαθιά λανθασμένο στον κόσμο που ζούσαν. Όμως ποιος ήξερε τι πρέπει να γίνει;

Οι οικονομολόγοι συμβούλευαν ότι έπρεπε η οικονομία να αφεθεί στην ησυχία της και οι κυβερνήσεις επέμεναν να προστατεύουν τον κανόνα χρυσού με αντιπληθωριστικές πολιτικές, επέμεναν στην δημοσιονομική ορθοδοξία, τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και την μείωση του κόστους.
…………………………………………………………………………………………………..

(Στην οικονομική επιστήμη, είναι συχνά προτιμότερο να σχετίζεται κανείς με μια σεβάσμια πλάνη παρά με μια ανεπαρκώς θεμελιωμένη αλήθεια).

…………………………………………………………………………………………………..


Προφανώς η κατάσταση σε τίποτα δεν βελτιώθηκε και τα αποτελέσματα στην πολιτική και στην δημόσια σκέψη και αντίληψη ήταν άμεσα και δραματικά.

Ενώ στις ΗΠΑ η πολιτική κινήθηκε κάπως «αριστερά» με το ριζοσπαστικό New Deal του προέδρου Φ. Ρούσβελτ, στην Ιαπωνία και στην Ευρώπη(εκτός από την Σκανδιναβία), αυτή μετακινήθηκε έντονα προς τα δεξιά.

Η ταυτόχρονη επικράτηση εθνικιστικών πολεμοκάπηλων και επιθετικών καθεστώτων σε Ιαπωνία (1931) και Γερμανία (1933) αποτέλεσε την πιο καίρια πολιτική συνέπεια της μεγάλη ύφεσης, ανοίγοντας τις πύλες του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Η κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Δυτική Ευρώπη μετά τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, που οφειλόταν στον φόβο της εξάπλωσης του κομουνισμού, ανάγκασε τις ΗΠΑ να αναλάβουν την πρωτοβουλία για την ανάπτυξη μιας ισχυρής ευρωπαϊκής οικονομίας και αυτό αποτέλεσε επείγουσα προτεραιότητα.

Έτσι τον Ιούνιο του 1947 εξαγγέλθηκε το Σχέδιο Μάρσαλ, που καταρτίστηκε για να βοηθήσει στην ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας σε μαζική κλίμακα, το οποίο (ένεκα της προηγούμενης εμπειρίας) είχε την μορφή κυρίως δωρεάν βοήθειας παρά δανείων - λογικό συμπλήρωμα του οποίου ήταν η Οργάνωση του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ).

Οι Γάλλοι που έτρεφαν όνειρα για μια ισχυρή Γαλλία και μια αδύναμη και διαμελισμένη Γερμανία αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν στην οικονομική ανόρθωση και της Δυτικής Γερμανίας και το καλύτερο που έκαναν ήταν να διαπλέξουν τόσο πολύ τα δυτικογερμανικά και γαλλικά συμφέροντα, για να καταστεί αδύνατη μια μελλοντική σύγκρουση μεταξύ των δύο παλαιών εχθρικών αντιπάλων, προτείνοντας την «Ευρωπαϊκή Κοινοπραξία Άνθρακος Χάλυβος» το 1951 που στην συνέχεια εξελίχτηκε σε «Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα» το 1957, και εν τέλει σε «Ευρωπαϊκή Ένωση».

……………………………………………………………………………………………………………………………………….



Έτσι από τότε, ξεκίνησε στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία, μια θεαματική οικονομική ανάπτυξη. Η βιομηχανία επεκτεινόταν παντού με χαρακτηριστικά μιας νέας βιομηχανικής επανάστασης, όπως στην Ισπανία και την Φινλανδία. Ο αριθμός των χωρών που εξαρτιόνταν πρωταρχικά από την γεωργία μειώθηκε δραστικά.

Το πρότυπο παραγωγής του Henry Ford απλώθηκε σ’ όλες τις νέες βιομηχανίες, ενώ στις ΗΠΑ η αρχή του φορντισμού εφαρμόστηκε και σε νέα είδη παραγωγής: από την κατασκευή κτιρίων μέχρι την παραγωγή πρόχειρου φαγητού (McDonalds).

Αγαθά και υπηρεσίες που παλαιότερα περιορίζονταν σε μειονότητες, παράγονταν τώρα για την μαζική αγορά.

…………………………………………………………………………………………………..



Η οικονομική άνοδος είχε ομολογουμένως ως κινητήρια δύναμη την τεχνολογική επανάσταση που μετέβαλε ολότελα την καθημερινή ζωή στον «ανεπτυγμένο» κόσμο. Η τυπική «ανεπτυγμένη οικονομία» στην δεκαετία του ’70 διέθετε πάνω από 1000 επιστήμονες και μηχανικούς ανά εκατομμύριο πληθυσμού.

Οι νέες τεχνολογίες όπως είναι φυσικό ήταν σε συντριπτικό βαθμό τεχνολογίες εντάσεως κεφαλαίου και εξοικονομούσαν τόσο εργασιακό χρόνο όσο και εργατικά χέρια, εκτός από την υψηλή επιστημονική εξειδίκευση.

Το κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής ήταν ότι χρειαζόταν διαρκείς και μεγάλες επενδύσεις, ενώ σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό δεν είχε ανάγκη τους ανθρώπους ως παραγωγούς αλλά μόνο αν καταναλωτές.

Αυτό δεν έγινε αντιληπτό από την αρχή, δεδομένου ότι η οικονομία αναπτυσσόταν τόσο γρήγορα, ώστε ακόμα και στις βιομηχανικές χώρες η βιομηχανική εργατική τάξη αύξησε το μέγεθός της σαν ποσοστό του απασχολούμενου πληθυσμού. Απορροφήθηκε η νέα προσφορά εργασίας που προήλθε από την ύπαιθρο, αλλά και αυτή που προήλθε από τις γυναίκες οι οποίες μέχρι τότε είχαν μείνει έξω από την αγορά εργασίας.

Παρόλα αυτά, το ιδανικό στο οποίο προσέβλεπε η οικονομία της εποχής ήταν η παραγωγή χωρίς ανθρώπινη παρουσία: Τα ρομπότ στην συναρμολόγηση αυτοκινήτων, συστοιχίες ηλεκτρονικών υπολογιστών για την παραγωγή ενέργειας, τραίνα χωρίς οδηγούς.

Οι άνθρωποι ήταν απαραίτητοι μόνο κατά μία έννοια: ως αγοραστές αγαθών και υπηρεσιών.

…………………………………………………………………………………………………..



Εξηγείται όμως αυτός ο απροσδόκητος θρίαμβος του καπιταλισμού μόνο με βάση την ανάπτυξη της τεχνολογίας ή μήπως ήταν ένα κύμα τύπου Kondratiev, όπως ήταν η μεγάλη οικονομική άνοδος που σημειώθηκε την Βικτωριανή περίοδο (1850-1873);



Το μεγάλο άλμα σαφώς ήταν κάτι περισσότερο από όλα αυτά. Η οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε σε μια σημαντική αναδιάρθρωση και ένα ουσιαστικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού: Την διαμόρφωση της «μικτής οικονομίας».



Οι περιπτώσεις της μεγάλης οικονομικής επιτυχίας που σημείωσαν οι καπιταλιστικές χώρες αποτελούν περιπτώσεις εκβιομηχάνισης και ανάπτυξης με την υποστήριξη, επίβλεψη, καθοδήγηση και μερικές φορές σχεδιασμό και management των κυβερνήσεων.

Ταυτόχρονα η πολιτική δέσμευση των κυβερνήσεων προς την πλήρη απασχόληση και την μείωση των οικονομικών ανισοτήτων , δηλαδή η πολιτική δέσμευση προς το κράτος πρόνοιας και την κοινωνική ασφάλιση, δημιούργησε μια μαζική καταναλωτική αγορά για αγαθά πολυτελείας που μπορούσαν τώρα να γίνουν αποδεκτά ως είδη πρώτης ανάγκης.



Από τον θρίαμβο όμως αυτόν του καπιταλισμού γεννήθηκαν τα νέα προβλήματα.

…………………………………………………………………………………………………



Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, έκανε την εμφάνισή του ένα νέο φαινόμενο, το οποίο συνίστατο στο ότι άρχισε να αναδύεται όλο και περισσότερο έντονα, μια διεθνική οικονομία, δηλαδή ένα σύστημα οικονομικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με το οποίο, τα κρατικά εδάφη και τα κρατικά σύνορα δεν αποτελούν πλέον το βασικό πλαίσιο, αλλά παράγοντες που περιπλέκουν τα πράγματα.



Τρείς πτυχές αυτής της διεθνοποίησης ξεχωρίζουν ιδιαίτερα: Οι πολυεθνικές εταιρείες, ο νέος διεθνής καταμερισμός της εργασίας και η εμφάνιση των χρηματοδοτικών «εξωεδαφικών παραδείσων» (offshore finance).

Η τελευταία πτυχή δείχνει ζωντανά τον τρόπο με τον οποίο η καπιταλιστική οικονομία κατάφερε να ξεφύγει από εθνικούς ελέγχους ή από κάθε άλλο έλεγχο.

Οι εταιρείες μεταφέρουν την έδρα τους σε μικρά, ενίοτε μικροσκοπικά κράτη, τα οποία παρείχαν γενναιόδωρα πλεονεκτήματα, επιτρέποντας στους επιχειρηματίες να αποφεύγουν τους φόρους και άλλους περιορισμούς οι οποίοι τους επιβάλλονταν στις χώρες τους.

Άρχισαν να παρουσιάζονται ως σημαντικές οικονομικές οντότητες, χώρες όπως το Λιχτενστάιν, οι Παρθένες Νήσοι, αλλά και Λιβερία η οποία ενέγραφε στα νηολόγιά της τα εμπορικά πλοία άλλων χωρών που οι ιδιοκτήτες τους έβρισκαν ότι η εργατική νομοθεσία καθώς και οι κανονισμοί ασφαλείας για τους εργαζόμενους των χωρών τους ήταν οικονομικά πολύ επαχθής.



Αμέσως μετά, δεν χρειάστηκε και πολύ καπατσοσύνη για να μεταβληθεί το παλαιό διεθνές χρηματιστικό κέντρο, το Σίτυ του Λονδίνου, σε μεγάλο παγκόσμιο κέντρο offshore, με την εφεύρεση του «ευρωνομίσματος» ρόλο τον οποίο τότε έπαιξαν τα ευρωδολάρια. Δολάρια κατατεθειμένα σε μη αμερικανικές τράπεζες που δεν επαναπατρίζονταν για να αποφύγουν περιορισμούς της αμερικανικής νομοθεσίας, έγιναν διαπραγματεύσιμο χρηματιστικό εργαλείο.

Αυτά τα ευρωδολάρια που σωρεύονταν σε τεράστιες ποσότητες χάρις και στις αντίστοιχα τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες της αμερικάνικης κυβέρνησης εκτός ΗΠΑ, αποτέλεσαν το θεμέλιο για μια εντελώς ανεξέλεγκτη παγκόσμια αγορά, η οποία έγινε ο κύριος μηχανισμός ανακύκλησης των κερδών που αποκόμιζαν οι χώρες του OPEC από τις πωλήσεις πετρελαίου και δεν ήξεραν που να τα επενδύσουν.

Τελικά όλες οι κυβερνήσεις έχασαν τον έλεγχο επί των συναλλαγματικών τιμών και επί της παγκόσμιας αγοράς χρήματος.



Η λειτουργία των πολυεθνικών εταιρειών ήταν να ενσωματώνουν αγορές πέρα από τα εθνικά σύνορα, δηλαδή να ανεξαρτητοποιούνται από το κράτος και τους εδαφικούς του περιορισμούς. Αυτή η ικανότητα λειτουργίας ενδυνάμωσε την τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Έτσι οι δεσμοί των υπεργιγάντων έπαψαν πλέον να ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εθνικών κυβερνήσεων και του έθνους τους.

Κατόρθωσαν κυρίως να αποφεύγουν την πληρωμή φόρων, (σε συνδυασμό με τις μεθόδους υπό/υπερτιμολογήσεων), στερώντας από τις κυβερνήσεις απαραίτητους πόρους για την κοινωνική πολιτική που αυτές εφάρμοζαν.

Και πιο μεγάλη ήταν η ζημιά, όταν οι κυβερνήσεις άρχισαν να υποκαθιστούν την απώλεια αυτών των πόρων με δανεικά από το παγκόσμιο κέντρο offshore, το Σίτυ του Λονδίνου, όπου επένδυαν τα κέρδη από την φοροαποφυγή οι πολυεθνικές εταιρείες. Δηλαδή οι πολυεθνικές πέτυχαν αντί να πληρώνουν φόρους, τα ίδια ποσά να τα δανείζουν στις κυβερνήσεις με τόκο.



Η τάση αυτή της χειραφέτησης των πολυεθνικών από το παραδοσιακό έθνος-κράτος, έγινε ακόμα πιο έντονη καθώς η βιομηχανική παραγωγή άρχισε να μεταφέρεται έξω από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα ένας καινούργιος καταμερισμός της εργασίας να υπονομεύει τον παλιό.

…………………………………………………………………………………………………



Λοιπόν, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, πολλές από τις πλουσιότερες και πιο ανεπτυγμένες χώρες, άρχιζαν να συνηθίζουν στην καθημερινή θέα των ζητιάνων στους δρόμους και στο συγκλονιστικό θέαμα των αστέγων που έβρισκαν καταφύγιο να κοιμηθούν μέσα σε χαρτοκιβώτια στους δρόμους, όταν δεν τους απομάκρυνε η αστυνομία για να απαλείψει την ενοχλητική αυτή θέα.

Σιγά-σιγά ένα κλίμα ανασφάλειας , πικρίας και δυσφορίας άρχισε να απλώνεται.

Ο καπιταλισμός είχε γίνει πια ανεξέλεγκτος.

…………………………………………………………………………………………………..

Η εναλλακτική λύση που προσφέρθηκε ήταν αυτή που προπαγάνδιζε μια μικρή μειοψηφία ακραίων θεολόγων του οικονομικού φιλελευθερισμού και η οποία άρχισε την επίθεσή της ενάντια στην κυριαρχία των κευνσιανών και άλλων υποστηρικτών της μικτής οικονομίας και της πλήρους απασχόλησης.

Ο πόλεμος μεταξύ κευνσιανών και νεοφιλελεύθερων ήταν ένας πόλεμος αντίπαλων και ασύμβατων ιδεολογιών.

Οι κεϊνσιανοί υποστήριζαν ότι οι υψηλοί μισθοί, η πλήρης απασχόληση και το κράτος κοινωνικής πρόνοιας δημιούργησαν την καταναλωτική ζήτηση, που τροφοδότησε την οικονομική επέκταση και ότι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας και της οικονομικής ύφεσης ήταν να τονώσουν περαιτέρω την ζήτηση στην οικονομία. Οι νεοφιλελεύθεροι υποστήριζαν ότι αυτή η πολιτική εμπόδιζε τον έλεγχο του πληθωρισμού και την μείωση του κόστους και κατά συνέπεια εμπόδιζαν την αύξηση των κερδών που αποτελούν την πραγματική κατ’ αυτούς κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης στην καπιταλιστική οικονομία.



…………………………………………………………………………………………………..



Παρότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία ενιαία και συγκεκριμένη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, αυτή επικράτησε και απόκτησε πολιτική υπόσταση.

Συντάχτηκαν και όσοι δυσπιστούσαν στα κίνητρα της κρατικής εξουσίας.

Η θεολογία της ελεύθερης αγοράς, άσκησε πιέσεις για την μεταφορά απασχόλησης σε μορφές επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μεγιστοποίησης του κέρδους και ιδιαίτερα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που εξ’ ορισμού δεν ενδιαφέρονταν για άλλα, παρά μόνο για τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα.

Η τραγωδία έγκειται στο ότι η παραγωγή προκαλούσε τώρα απώλειες σε θέσεις εργασίας με ρυθμό ταχύτερο από τις νέες θέσεις που δημιουργούσε η οικονομία της αγοράς, διαδικασία η οποία επιταχύνθηκε από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό και με τις δημοσιονομικές δυσκολίες των κυβερνήσεων που μέχρι τότε ήταν οι μεγαλύτεροι εργοδότες.



Κανείς νεοφιλελεύθερος δεν αποδέχτηκε ότι η αφθονία της ιδιωτικής παραγωγής συνεπάγεται μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες: από την κατασκευή νέων δρόμων για την κυκλοφορία των αυτοκινήτων μέχρι την αποκομιδή και την διαχείριση των απορριμμάτων.



………………………………………………………………………………………………..



Ο συνεχιζόμενος δανεισμός των κυβερνήσεων επέφερε την τεράστια αύξηση του χρηματιστικού κεφαλαίου και την συγκέντρωσή του στα χέρια τραπεζιτών και ακολούθως φυσιολογικά προέκυψε ανάγκη για την «διευκόλυνση» της περαιτέρω επένδυσής του.

Αυτή γινόταν όχι με την μορφή παραγωγικών επενδύσεων, αλλά, αφενός με την μορφή νέων δανείων προς τις κυβερνήσεις και αφετέρου με τις τοποθετήσεις σε μετοχές στα χρηματιστήρια των διαφόρων κρατών, μια διαδικασία βασιζόμενη σε πρακτικές δήθεν αξιολογήσεων και χειραγώγησης, που τους επέτρεπε να αποκομίζουν γρήγορα νέα κέρδη.

Στην Ευρώπη, εμπόδιο γι’ αυτά τα κέρδη, αποτελούσαν οι ισοτιμίες των νομισμάτων οι οποίες πολλές φορές τα εξανέμιζαν λόγω της διακύμανσής τους.

…………………………………………………………………………………………………..



Στην εξέλιξη αυτής της διαδικασίας και για την εξουδετέρωση των ζημιών των τραπεζών και των λεγόμενων επενδυτικών οίκων που προήρχοντο από την διακύμανση των ισοτιμιών προέκυψε η ανάγκη για την δημιουργία ενός κοινού νομίσματος, το οποίο, όσες χώρες θα το υιοθετούσαν, θα τους ήταν πρακτικά πάρα πολύ δύσκολο να εγκαταλείψουν.

(Υπήρχε άλλωστε το κακό παράδειγμα από παλαιότερα ότι το σύστημα των σταθερών ισοτιμιών, εύκολα κάποια χώρα μπορούσε να εγκαταλείψει).

…………………………………………………………………………………………………



Έτσι, με την εκμετάλλευση της επιθυμίας των λαών της Ευρώπης για συναδέλφωση και κοινή πορεία, προέκυψε η σαθρή βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε το Ευρώ, κοινό νόμισμα το οποίο αφαίρεσε από τις κυβερνήσεις την δυνατότητα άσκησης εθνικής νομισματικής πολιτικής, παράλληλα με την πλήρη απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων.

Η νομισματική ενοποίηση πραγματοποιήθηκε χωρίς την απαιτούμενη ταυτόχρονη πολιτική και οικονομική ενοποίηση, πράγμα που σήμαινε ότι οι «αδύναμες» οικονομίες χρησιμοποιώντας ένα ισχυρό νόμισμα άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ανταγωνιστικότητας με αποτέλεσμα την «άλωσή» τους από εισαγόμενα προϊόντα τρίτων χωρών, οι οποίες μπορούσαν να κρατούν την ισοτιμία του εθνικού τους νομίσματος, χαμηλά.

Ακολούθησε το κλείσιμο μιας σειράς μικρομεσαίων αλλά και μεγαλύτερων μεταποιητικών επιχειρήσεων όπως και η πτώση της παραγωγής του πρωτογενούς τομέα που δεν μπορούσε επίσης να αντέξει στον ανταγωνισμό στις τιμές ούτε των κινέζικων σκόρδων.

Τα γεγονότα τα γνωρίζουμε όλοι: Μείωση των φορολογικών εσόδων, καταστροφή του κοινωνικού κράτους, τεράστια αύξηση της ανεργίας.

Το φάρμακο που προτάθηκε πάλι για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, ήταν η μέσω της εσωτερικής υποτίμησης μείωση των μισθών και η συνεπαγόμενη εξαθλίωση.

…………………………………………………………………………………………………



Το κόστος όμως της ανθρώπινης εργασίας δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το όριο στο οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ζουν σ’ ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης το οποίο θεωρείται αποδεκτό από την κοινωνία τους.

Οι άνθρωποι δεν έχουν «σχεδιαστεί» με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι όλο και πιο αποτελεσματικοί για το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.



Η θεολογική πίστη σε μια οικονομία στην οποία οι πόροι κατανέμονται ολοσχερώς από την άνευ περιορισμών αγορά, είναι χρεωκοπημένη.

Οι θεωρίες πάνω στις οποίες βασίζεται η νεοφιλελεύθερη θεολογία, έχουν ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα.

Τα αποτελέσματα, όπου διαμορφώθηκαν τέτοιες οικονομίες ήταν από οικονομική άποψη τρομακτικά, με καταστρεπτικές κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες.

Η αποτυχία του ακραίου φιλελεύθερου προτύπου, επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της οικονομίας, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσει κανείς στο έλεος της αγοράς.

…………………………………………………………………………………………………



Οι οικονομικές δραστηριότητες δεν συντελούνται σε απομόνωση από το πλαίσιό τους και τις συνέπειές τους.

Γνωρίζουμε ότι, σε αντίθεση με το κλασικό πρότυπο, το ελεύθερο εμπόριο συμπίπτει με την οικονομική ύφεση, αποτελώντας πιθανότατα την κυριότερη αιτία της και ότι ο προστατευτισμός αποτέλεσε πιθανότατα την κύρια αιτία ανάπτυξης των περισσότερων σημερινών ανεπτυγμένων χωρών.

Τα οικονομικά θαύματα στον καπιταλισμό της χρυσής εποχής δεν επιτεύχθηκαν χάρις στο laissez-faire, αλλά εναντίον του.

Αυτά βασίστηκαν στη αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων, διότι οι οικονομίες μαζικής κατανάλωσης είχαν ανάγκη από μαζικούς καταναλωτές με αρκετό εισόδημα για να αγοράζουν διαρκή αγαθά υψηλής τεχνολογίας και το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων αυτών, ήταν μισθοί που διαμορφώνονταν σε αγορές εργασίας υψηλών μισθών.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………….

«Μολονότι το ανθρώπινο ιδανικό του σοσιαλισμού-κομμουνισμού κατέρρευσε, τα προβλήματα που επεδίωξε να λύσει παραμένουν: Η ασύστολη χρήση της κοινωνικής πλεονεκτικής θέσης και της άμετρης ισχύος του χρήματος, που συχνά υπαγορεύουν την ίδια την πορεία των γεγονότων. Και αν το παγκόσμιο μάθημα που πήραμε στον εικοστό αιώνα δεν μας χρησιμεύει σαν ένας θεραπευτικός εμβολιασμός, τότε ο μεγάλος κόκκινος ανεμοστρόβιλος θα επανεμφανιστεί». Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν 1993.


Δερβένι 1/7/2015
Αλ. Κανελλόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου