Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

ΤΑ ΣΟΒΙΕΤ ΣΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1917

Του Παναγιώτη Θέμελη
Οι δύο προηγούμενες εργασίες ασχολήθηκαν με την εμφάνιση και την άνδρωση των Σοβιέτ κατά την διάρκεια της επανάστασης στη Ρωσία του 1905. Η εργασία αυτή ασχολείται με την εξέλιξη των Σοβιέτ στην Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 από την εμφάνιση τους μέχρι και την κατάληψη της εξουσίας. Η παρουσίαση της εργασίας δεν έχει χαρακτήρα αφήγησης των γεγονότων κατά χρονολογική σειρά, αλλά μέσα από τα γεγονότα την ανάδειξη κάποιων σημαντικών συμπερασμάτων που έχουν διαχρονική η και νομοτελειακή θεωρητική αξία. Συμπεράσματα πού ίσως να έχουν εφαρμογή στις μέρες μας όπου η κρίση του καπιταλισμού θέτει κάθε Μαρξιστή μπροστά στο ζήτημα της ανατροπής του.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1917.

Η εμφάνιση των Σοβιέτ στην επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 είχε τα εξής χαρακτηριστικά.

1. Αντίθετα με την επανάσταση του 1905 όπου τα Σοβιέτ προέκυψαν μετά από κάποιο χρόνο στην εξέλιξη των κινητοποιήσεων, ικανοποιώντας την ανάγκη για συντονισμό των αγώνων της εργατικής τάξης και την ανάγκη ανύψωσης των αιτημάτων της σε πολιτικό επίπεδο έως και την εξουσία, το 1917 τα Σοβιέτ εμφανίστηκαν αμέσως ταυτόχρονα με την εξέγερση σαν συλλογικός εκφραστής τη εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Ανάμεσα στα 1905 και 1917, τα Σοβιέτ είχαν περιοριστεί τόσο ώστε να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια «ιδέα» που προσανατόλιζε τη σκέψη και τον πολιτικό αγώνα μιας χούφτας Μπολσεβίκων. Μόνο αυτοί μπόρεσαν να δουν πίσω από την φαινομενική εξωτερική αγωνιστική «απραξία» ώστε να υποστηρίζουν και να προπαγανδίζουν την ιδέα του σχηματισμού Σοβιέτ κρατώντας έτσι ζωντανή τη φλόγα τους στη συλλογική μνήμη της εργατικής τάξης. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που, με το ξέσπασμα των απεργιών το Φεβρουάριο, οι οποίες γρήγορα πήραν μεγάλη έκταση, υπήρξαν πολυάριθμες πρωτοβουλίες και εκκλήσεις για την ίδρυση Σοβιέτ και οι αγωνιζόμενες μάζες συνέλαβαν αμέσως την ιδέα των Σοβιέτ, που για πολύ καιρό είχε παραμείνει περιορισμένη σε κάποιες μειοψηφίες.

Η πρώτη προσπάθεια σχηματισμού Σοβιέτ έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια μιας αυτοσχέδιας συνάντησης που διεξήχθη στο Παλάτι της Ταυρίδας στις 27 Φλεβάρη. Αυτοί που συμμετείχαν δεν ήταν αντιπρόσωποι αλλά κάποια άτομα από το Κόμμα των Μενσεβίκων και την Εργατική Ομάδα (ομάδα εργατών από την πολεμική βιομηχανία αποτελούμενη κυρίως από Μενσεβίκους) μαζί με κάποιους μπολσεβίκους αντιπροσώπους και άλλα ανεξάρτητα άτομα. Στη συνάντηση αυτή προέκυψε μια σημαντική διαφωνία που έβαλε επί τάπητος δυο τελείως αντίθετες γνώμες. Οι Μενσεβίκοι υποστήριξαν ότι η συνάντηση πρέπει να αυτοαποκληθεί Προσωρινή Επιτροπή Σοβιέτ ενώ ο μπολσεβίκος Σλιάπνικοφ αντιτάχθηκε υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει χωρίς εκλεγμένους αντιπροσώπους από τους εργάτες. Ζήτησε την επείγουσα πρόσκλησή τους και το σώμα συμφώνησε μαζί του. Αποφασίστηκε να κλείσει η συνεδρία και να αποστείλουν την ανακοίνωση της σύγκλησης στους κύριους τόπους εργατικής συγκέντρωσης και στα στασιασμένα συντάγματα.
Η πρόταση είχε δραματικά επακόλουθα. Την νύχτα της 27ης άρχισε να διαδίδεται στις εργατικές συνοικίες, στα εργοστάσια και στους στρατώνες και εργάτες και στρατιώτες να παίρνουν την εξέλιξη των γεγονότων στα χέρι τους. Την επόμενη μέρα πολυάριθμες συνελεύσεις έλαβαν χώρα στα εργοστάσια και στους στρατώνες και η μία μετά την άλλη πήραν την ίδια απόφαση: να σχηματισθεί ένα σοβιέτ και να εκλέξουν αντιπρόσωπο. Το απόγευμα το ανάκτορο της Ταυρίδας ήταν γεμάτο, από πάνω μέχρι κάτω, από αντιπροσώπους εργατών και στρατιωτών.

«Όταν άνοιξε η συνεδρία υπήρχαν ίσως 250 εκπρόσωποι, αλλά έμπαιναν ατέρμονα νέες ομάδες στην αίθουσα. Όταν ψήφιζαν για την ημερήσια διάταξη, η συνεδρία διακοπτόταν από αντιπροσώπους στρατιωτών που ήθελαν να καταθέσουν μηνύματα από τις συνελεύσεις των συνταγμάτων τους. Και ένας από αυτούς έκανε την ακόλουθη αναφορά: Οι αξιωματικοί εξαφανίστηκαν. Δεν θέλουμε πλέον να υπηρετούμε κόντρα στο λαό, συντασσόμαστε με τους εργάτες αδελφούς μας, όλοι μας ενωμένοι για να υπερασπίσουμε την υπόθεση του λαού. Θα δώσουμε τη ζωή μας για την υπόθεση αυτή. Η γενική μας συνέλευση μας ζήτησε να σας χαιρετίσουμε. Και με φωνή πνιγμένη από το συναίσθημα, μέσα σε βροντώδη χειροκροτήματα, ο αντιπρόσωπος πρόσθεσε: Ζήτω η Επανάσταση! » (SUKHANOV «Απομνημονεύματα» 1922. Ανεξάρτητος συνδικαλιστής σοσιαλιστής συνεργαζόμενος με τους Μενσεβίκους που υποστήριξε την Οκτωβριανή Επανάσταση).

Η συνεδρίαση διακοπτόμενη συνέχεια από την άφιξη νέων αντιπροσώπων, που ήθελαν να μεταφέρουν τη θέση αυτών που εκπροσωπούσαν, προοδευτικά αντιμετώπισε διάφορα ζητήματα: τον σχηματισμό πολιτοφυλακής στα εργοστάσια, προστασία από πλιάτσικο και από τη δράση των τσαρικών δυνάμεων. Ένας αντιπρόσωπος πρότεινε τη δημιουργία μιας «επιτροπής γραμματικών» για να συντάξει μια έκκληση απευθυνόμενη σε ολόκληρη τη χώρα, πράγμα που εγκρίθηκε ομόφωνα.

Οι εκκλήσεις του Σοβιέτ της Πετρούπολης στις 28 Φεβρουαρίου, έπεσαν σε γόνιμο έδαφος. Σε 24 ώρες, το Σοβιέτ ήταν ο κύριος της κατάστασης. Η εντυπωσιακή ταχύτητα με την οποία αυτό το Σοβιέτ στήθηκε είναι από μόνη της , ενδεικτική πόσο ώριμο ήταν στη θέληση των πλατιών στρωμάτων εργατών και στρατιωτών, για να το πραγματοποιήσουν παρά την φαινομενική προηγούμενη απροθυμία .
Συνεδριάσεις γίνονταν καθημερινά και δεν περιορίζονταν στην εκλογή αντιπροσώπων για το Σοβιέτ. Συνέβαινε συχνά να συνοδεύονται από γενικές συνελεύσεις. Επίσης ταυτόχρονα στήθηκαν και τα Σοβιέτ των εργατικών συνοικιών. Όταν π.χ. το Σοβιέτ της Πετρούπολης απηύθυνε έκκληση, την ίδια μέρα οι εργάτες της μαχητικής συνοικίας του Βίμποργκ, μια προλεταριακή περιοχή στα περίχωρα της Πετρούπολης, πήραν την πρωτοβουλία για δημιουργία συνοικιακών σοβιέτ και απηύθυναν μία πολύ μαχητική πρόσκληση για την δημιουργία τέτοιων σοβιέτ σ' όλη τη χώρα. Εργάτες σε πολλές άλλες λαϊκές συνοικίες ακολούθησαν το παράδειγμά τους τις επόμενες μέρες.
Και με τον ίδιο τρόπο εργοστασιακές συνελεύσεις σχημάτισαν εργοστασιακά συμβούλια. Τα τελευταία, αν και ξεπήδησαν από την ανάγκη για άμεσα αιτήματα και για τη οργάνωση της εργασίας, δεν περιορίστηκαν σε αυτές τις πλευρές και σταδιακά πολιτικοποιήθηκαν. Η κυρία έγνοια τους έγιναν τα γενικά προβλήματα: ο παγκόσμιος πόλεμος, το οικονομικό χάος, η επέκταση της επανάστασης σε άλλες χώρες, και πήραν μέτρα για να συγκεκριμενοποιήσουν αυτές τις έγνοιες. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι προσπάθειες συγκεντρωτισμού των σοβιέτ ήρθαν από τα κάτω κι όχι από τα πάνω. Πχ το Σοβιέτ της Μόσχας αποφάσισε να στείλει εκπροσώπους στην Πετρούπολη, θεωρώντας το εντελώς φυσικό καθώς εκεί ήταν το κέντρο της όλης κινητοποίησης. Τα συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών άλλων πόλεων έστειλαν εκπροσώπους στην Πετρούπολη ή διατηρούσαν μόνιμους παρατηρητές εκεί. Από τα μέσα του Μαρτίου, άρχισαν να εμφανίζονται πρωτοβουλίες για ένα περιφερειακό συνέδριο των Σοβιέτ. Στη Μόσχα έγινε μια διάσκεψη τέτοιας φύσης από τις 25 μέχρι τις 27 του Μαρτίου με τη συμμετοχή 70 συμβουλίων εργατών και 38 συμβουλίων στρατιωτών. Στην κοιλάδα του Ντόνετζ, έγινε διάσκεψη με τα ίδια χαρακτηριστικά που έφερε κοντά 48 Σοβιέτ. Όλες αυτές οι προσπάθειες κορυφώθηκαν στην σύγκλιση ενός Πρώτου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ που διεξήχθη από τις 29 του Μάρτη μέχρι τις 3 του Απρίλη και συγκέντρωσε αντιπροσώπους από 480 Σοβιέτ.
Αντίθετα από το 1905, συμβούλια στρατιωτών πολλαπλασιάστηκαν και εξαπλώθηκαν στα συντάγματα, τις αποθήκες πολεμικού υλικού, τις ναυτικές βάσεις και τα οπλοστάσια. Ο στρατός αποτελείτο κυρίως από χωρικούς, ενώ οι εργάτες ήταν μειοψηφία. Παρά την ετερογένεια αυτή, η πλειοψηφία των Σοβιέτ των στρατιωτών ενώθηκε γύρω από το προλεταριάτο.

Η Σοβιετική οργάνωση προοδευτικά κέρδισε έδαφος, διευρυνόμενη από το Μάιο του 1917 όταν ο σχηματισμός συμβουλίων των χωρικών άρχισε να κινεί αυτές τις μάζες, που για αιώνες τους μεταχειρίζονταν σαν υποζύγια. Αυτή ήταν εξάλλου μία θεμελιώδης διαφορά από το 1905, οπότε υπήρξαν σχετικά λίγοι, ως επί το πλείστον τελείως ανοργάνωτοι, ξεσηκωμοί χωρικών.

Το ότι ολόκληρη η Ρωσία καλυπτόταν από ένα γιγάντιο δίκτυο συμβουλίων, είναι ένα ιστορικό γεγονός τεράστιας σημασίας. Όπως σημείωσε ο Τρότσκι, «σε όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις, οι εργάτες, οι τεχνίτες κι ένας κάποιος αριθμός φοιτητών, πολεμούσε στα οδοφράγματα, κάποιοι στρατιώτες έπαιρναν το μέρος τους, μετά η πλούσια μπουρζουαζία, που με φρονιμάδα είχε παρακολουθήσει τα γεγονότα στα οδοφράγματα από το παράθυρό της, ανακτούσε την εξουσία». (Λ. Τρότσκι, «Η ιστορία της ρωσικής επανάστασης»).

Ακριβώς εκεί έγκειται και η σημασία των Σοβιέτ. Οι μάζες σταμάτησαν να πολεμούν «υπέρ άλλων» και πολέμησαν για τον εαυτό τους μέσα από συμβούλια. Επιδόθηκαν σε όλες τις υποθέσεις της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής.
Η οργανωμένη έκφραση αυτής της κινητοποίησης τους ήταν τα σοβιέτ που σχημάτισαν γύρω τους, ένα μεγάλο δίκτυο οργανώσεων σοβιετικού τύπου (Συμβούλια συνοικιών, εργοστασιακά συμβούλια), ένα αυτοτροφοδοτούμενο δίκτυο που με τη σειρά του, ώθησε σε έναν εντυπωσιακό αριθμό συνελεύσεων, συνεδριάσεων, αντιλόγων και πολιτιστικών δραστηριοτήτων που πολλαπλασιάστηκαν. Εργάτες, στρατιώτες, γυναίκες και νέοι μπήκαν σε μια πυρετώδη δραστηριότητα. Ζούσαν μέσα σε ενός είδους διαρκή συνέλευση. Η εργασία σταματούσε για να παρακολουθήσουν την εργοστασιακή συνέλευση, τις συναθροίσεις των σοβιέτ της πόλης ή της συνοικίας, συνεδριάσεις και διαδηλώσεις. Είναι σημαντικό ότι μετά της απεργία του Φεβρουαρίου μέχρι τον Ιούνιο, δεν υπήρξαν πρακτικά άλλες απεργίες εκτός από ιδιαίτερες στιγμές και σε μοναδικές ή τοπικές περιστάσεις. Σε αντίθεση προς μια στενή άποψη του αγώνα, (ότι εργατικός αγώνας σημαίνει απεργία), το γεγονός ότι δεν υπήρξε απεργία, δεν σήμαινε αποκλιμάκωση της κινητοποίησης αφού οι εργάτες ήταν σε διαρκή κινητοποίηση μέσω των συνεδριάσεων των Σοβιέτ.

Όλα τα παραπάνω μας πείθουν ότι μία παρακαταθήκη της Επανάστασης του 1905 στην συλλογική πείρα της εργατικής τάξης , ήταν τα Σοβιέτ σαν έκφραση της θέλησης της να επέμβει σαν υποκείμενο στην ιστορία. Από την στιγμή που η εργατική τάξη αποφάσισε να μπει στο πολιτικό προσκήνιο αυτοτελώς, η οργάνωση της δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τα Σοβιέτ.



2. Στην επανάσταση του 1917 δημιουργήθηκε ένα πολύ μεγάλο δίκτυο μικρότερων Σοβιέτ βάσης που έφθανε μέχρι το επίπεδο συνοικιακών Σοβιέτ, εργοστασιακών επιτροπών, αγροτικών Σοβιέτ, Σοβιέτ στρατιωτών και ναυτών. Τα Σοβιέτ βάσης είχαν πολύ τακτικές συνεδριάσεις και εξέλεγαν συνέχεια αντιπροσώπους για περιφερειακές συνεδριάσεις η Πανρωσικές συνδιασκέψεις. Αυτά σοβιέτ βάσης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της επανάστασης, στην ανατροπή της ηγετικής ομάδας των Τσέιντζε και Τσερετέλι μέσω της οποίας η αστική τάξη μπόρεσε να ελέγξει την ηγεσία του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Χωρίς τα Σοβιέτ βάσης η επανάσταση δεν θα μπορούσε να νικήσει.

Από τον Φεβρουάριο κιόλας είχε εμφανιστεί το παράδοξο: Ενώ το Σοβιέτ είχε αποκτήσει τον έλεγχο σε τηλεγραφεία, ταχυδρομεία, ραδιόφωνο, σταθμούς, τυπογραφεία, σε σημείο ώστε ακόμα και η αποστολή τηλεγραφήματος η η εκτύπωση μιας διακήρυξης να είναι αδύνατη χωρίς την έγκριση του, η πλειοψηφία της ηγεσίας του (Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες) είχε εμπιστευτεί την εξουσία πρακτικά στην Αστική τάξη, συμφωνώντας για την προσωρινή κυβέρνηση, που την αποτελούσαν πλούσιοι βιομήχανοι, καντέτοι και στην κορυφή είχε τον γνωστό μας Κερένσκυ. Η προσωρινή κυβέρνηση, κρυβόμενη πίσω από τα Σοβιέτ, ακολουθούσε την πολεμική της πολιτική, δείχνοντας ελάχιστο ενδιαφέρον για την εξεύρεση λύσεων στα ποικίλα προβλήματα που οι εργάτες και οι αγρότες έθεταν πράγμα που θα οδηγούσε τα σοβιέτ στο να καταστούν αναποτελεσματικά και να εξαφανιστούν. Ακόμα και η Μπολσεβίκικη μειοψηφία στο Σοβιέτ ήταν πίσω από τις ανάγκες της στιγμής καθώς η Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβίκικου κόμματος είχε υιοθετήσει μια απόφαση κριτικής στήριξης της προσωρινής κυβέρνησης, παρά την ισχυρή αντίθεση από διάφορα τμήματα του κόμματος.

Στις αρχές Μαρτίου εντούτοις , ένας τομέας της εργατικής τάξης συνειδητοποιούσε το γεγονός ότι τα σοβιέτ έτειναν να δρουν ως προπέτασμα και όργανο των αστικών πολιτικών. Υπήρχαν επίσης πολύ ζωντανοί αντίλογοι σε μερικά σοβιέτ, σε εργοστασιακές και συνοικιακές επιτροπές, πάνω στο «ζήτημα της εξουσίας».
που πολλαπλασιάστηκαν σε ένταση κατά τον Μάρτιο.

«Η επιτροπή του Βίμποργκ συγκάλεσε συνεδρίαση χιλιάδων εργατών και στρατιωτών που, σχεδόν ομόφωνα, υιοθέτησε απόφαση για την αναγκαιότητα του να πάρει εξουσία το σοβιέτ.(...) Η απόφαση του Βίμποργκ, χάρη στην επιτυχία της, τυπώθηκε και εμφανίστηκε σε αφίσες. Αλλά η επιτροπή της Πετρούπολης τυπικά απαγόρευσε αυτή την απόφαση...» (Λ. Τρότσκι, «Η ιστορία της ρωσικής επανάστασης»).

Παρ΄ όλα αυτά στο Πρώτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ αν και συγκλήθηκε για να ενοποιήσει και να συγκεντροποιήσει το δίκτυο των διαφορετικών τύπων σοβιέτ που ήταν σπαρμένα σε όλη την επικράτεια, οι αποφάσεις όχι μόνο πήγαιναν ενάντια στην επανάσταση, αλλά οδηγούσαν προς την απονέκρωση των σοβιέτ. Φτάνοντας στον Ιούνιο και Ιούλιο είχε αρχίσει να φαίνεται με σαφήνεια η αποξένωσή τους από τις μάζες.

Όταν το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο της Αντάντ (Γαλλία, Βρετανία και αργότερα ΗΠΑ) πίεσε την Προσωρινή Κυβέρνηση να εξαπολύσει γενική επίθεση στο Γερμανικό μέτωπο, οι Μενσεβίκοι και Εσέροι εκπρόσωποι έχοντας την πλειοψηφία στο συνέδριο των Σοβιέτ, υιοθέτησαν απόφαση που υποστήριζε την στρατιωτική επίθεση στο Γερμανικό μέτωπο, παρά το ότι μια σημαντική μειοψηφία, που δεν περιλάμβανε μόνο τους μπολσεβίκους, ήταν εναντίον. Και για επιστέγασμα, το Συνέδριο απέρριψε πρόταση για μείωση της εργάσιμης μέρας στις 8 ώρες, ενώ δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για το αγροτικό πρόβλημα. Από φωνή των μαζών έγινε ο απολογητής αυτού που ο λαός μισούσε πάνω από όλα, της συνέχισης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Η κυκλοφορία των αποφάσεων του Συνεδρίου – και κυρίως εκείνων που υποστήριζαν την στρατιωτική επίθεση - προκάλεσε μια βαθειά απογοήτευση στο λαό. Είδαν ότι η οργάνωσή τους ξεγλιστρούσε από τα χέρια τους και άρχισαν να αντιδρούν. Τα συνοικιακά σοβιέτ της Πετρούπολης, το σοβιέτ της γειτονικής πόλης της Κρονστάνδης και διάφορα εργοστασιακά συμβούλια και επιτροπές αρκετών συνταγμάτων πρότειναν μια μεγάλη διαδήλωση για τις 10 Ιουνίου με σκοπό να ασκήσουν πίεση στο Συνέδριο ώστε να αλλάξει την πολιτική του και να προσανατολιστεί προς το πάρσιμο της εξουσίας, διώχνοντας τους καπιταλιστές υπουργούς. Η απάντηση του Συνεδρίου ήταν η προσωρινή απαγόρευση των διαδηλώσεων με πρόσχημα τον «κίνδυνο μοναρχικής συνωμοσίας». Αντιπρόσωποι του Συνεδρίου κινητοποιήθηκαν για να γυρίσουν τα εργοστάσια και τα συντάγματα και να «πείσουν» τους εργάτες και τους στρατιώτες. Η μαρτυρία ενός μενσεβίκου αντιπροσώπου είναι εύγλωττη: «Όλη τη νύχτα η πλειοψηφία του Συνεδρίου, πάνω από πεντακόσια μέλη του, έμειναν ξύπνιοι και πήγαν στα εργοστάσια, στα εργαστήρια και στα στρατόπεδα της Πετρούπολης, πιέζοντας τους ανθρώπους να μην συμμετάσχουν στην διαδήλωση. Σε έναν ικανό αριθμό εργαστηρίων και εργοστασίων, και επίσης σε κάποια μέρη της φρουράς, το Συνέδριο δεν είχε εξουσία... Υποδέχονταν τους αντιπρόσωπους του Συνεδρίου συχνά με μη φιλικό τρόπο, μερικές φορές με εχθρότητα και συχνά τους έδειχναν εξοργισμένοι την πόρτα» (Παράθεση από Λ. Τρότσκι, «Η ιστορία της ρωσικής επανάστασης»).

Ο Σουκάνωφ περιγράφοντας την ατμόσφαιρα της ίντριγκας και της χειραγώγησης που αναδιδόταν από το Σοβιέτ της Πετρούπολης σημειώνει:

«Το προεδρείο του Σοβιέτ, που αρχικά ήταν ένα όργανο διεύθυνσης των εσωτερικών διαδικασιών, έτεινε το ίδιο να αντικαθιστά στη λειτουργία της την Εκτελεστική Επιτροπή. Επιπρόσθετα, ισχυροποίησε τη θέση του μέσω ενός μόνιμου και κάπως απόκρυφου θεσμού που πήρε το όνομα «Η αίθουσα των άστρων». Περιελάμβανε μέλη του προεδρείου και ένα είδος κλίκας αποτελούμενης από αφοσιωμένους φίλους των Τσέιντζε και Τσερετέλι. Ο τελευταίος, με την καταισχύνη και την αποδοκιμασία που τον συνόδευε, ήταν ένας από αυτούς που κατηγορήθηκαν ως δικτατορικοί μέσα στο Σοβιέτ».
Ο Λένιν, παρακολουθώντας από την εξορία του στην Ελβετία με λίγες πληροφορίες την κατάσταση, στις «θέσεις του Απρίλη» έθετε σαν κύριο καθήκον: «Τα ειδικά χαρακτηριστικά της παρούσας κατάστασης στη Ρωσία, είναι πως η χώρα περνάει από το πρώτο στάδιο της επανάστασης, το οποίο - λόγω της ανεπαρκούς ταξικής συνείδησης και οργάνωσης του προλεταριάτου, απέθεσε την εξουσία στα χέρια της αστικής τάξης – στο δεύτερό της στάδιο. Το οποίο πρέπει να αποθέσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχότερων τμημάτων των αγροτών… Μόνο με πάλη ενάντια στην ασυνείδητη εμπιστοσύνη των μαζών* (μια πάλη που μπορεί μόνον και πρέπει να διεξαχθεί με τα ιδεολογικά όπλα της φιλικής πειθούς, ανατρέχοντας στη ζωντανή εμπειρία) θα καταφέρουμε πραγματικά να απαλλαγούμε από τα τωρινά ξεσπάσματα επαναστατικών φράσεων, και πραγματικά να παρωθήσουμε την συνείδηση του προλεταριάτου όπως επίσης και την τοπική πρωτοβουλία των μαζών την τόλμη και την απόφαση».

Αργότερα στο άρθρο του «Για τα Συνθήματα» ο Λένιν είναι κατηγορηματικός: «Μετά την εμπειρία του Ιουλίου του 1917, Το επαναστατικό προλεταριάτο είναι εκείνο που πρέπει ανεξάρτητα να αναλάβει την εξουσία. Χωρίς αυτό, η νίκη της επανάστασης είναι αδύνατη [. . .] Τα σοβιέτ μπορεί να εμφανιστούν σε αυτή τη νέα επανάσταση, και πράγματι είναι βέβαιο ότι θα εμφανιστούν, αλλά όχι τα σημερινά σοβιέτ, όχι όργανα που συνεργάζονται με την μπουρζουαζία, αλλά όργανα επαναστατικής πάλης εναντίον της μπουρζουαζίας. Είναι αλήθεια ότι ακόμη και τότε θα ευνοήσουμε το χτίσιμο του όλου κράτους στο πρότυπο των σοβιέτ. Δεν τίθεται ζήτημα γενικά για τα σοβιέτ, αλλά ζήτημα ν' αντιπαλέψουμε την τωρινή αντεπανάσταση και την απάτη των τωρινών σοβιέτ… Ένας νέος κύκλος αρχίζει, που εμπλέκει όχι τις παλιές τάξεις, όχι τα παλιά κόμματα, όχι τα παλιά Σοβιέτ, αλλά τάξεις κόμματα και Σοβιέτ ανανεωμένα στη φωτιά της ταξικής πάλης, ατσαλωμένα, ξεσκολισμένα και εκμοντερνισμένα από τη διαδικασία της πάλης».

Από τις 26 Ιουλίου ως τις 3 Αυγούστου συγκαλείται 6ο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου κόμματος χωρίς την παρουσία Λένιν και Τρότσκι που καταζητούντο από την αστυνομία. Στο συνέδριο κατατέθηκαν τρεις θέσεις: η πρώτη αντανακλώντας τον αποπροσανατολισμό από την ήττα του Ιουλίου και τον εκτροχιασμό των Σοβιέτ, πρότεινε ανοιχτά «να εγκαταλειφθούν» (Στάλιν, Μολότωφ, Σοκόλνικωφ). Η δεύτερη (ένθερμα υποστηριζόμενη) ήταν προσκολλημένη στην θέση «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» την οποία πρότεινε να γίνει άμεσα. Η τρίτη υποστήριξε να εμπιστευθούν τις οργανώσεις βάσης ( εργοστασιακά συμβούλια, τοπικά σοβιέτ, συνοικιακά σοβιέτ) με υπευθυνότητα για την παλινόρθωση της συλλογικής εξουσίας των εργατών.

Η τρίτη θέση αποδείχτηκε ότι ήταν η σωστή. Με την καθοδηγητική δράση των μπολσεβίκων άρχισαν να διεξάγονται πολυάριθμες συνελεύσεις βάσης σε εργοστάσια και συνοικίες. Ο Λ. Τρότσκι αναφέρει το χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιπροσωπείας στρατιωτών που φθάνουν στις 21 Ιουλίου στην Πετρούπολη εξαντλημένοι από τις κακουχίες και τις κατασταλτικές, βάναυσες μεθόδους των αξιωματικών. Μίλησαν στην Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ, αλλά κανείς δεν τους έδωσε σημασία. Τότε αρκετοί μπολσεβίκοι αγωνιστές τους υπέδειξαν να αποτανθούν στα εργοστάσια και στα συντάγματα των στρατιωτών και ναυτών. Η υποδοχή ήταν εντελώς διαφορετική: τους υποδέχτηκαν σαν αδελφούς, τους άκουσαν, τους τάισαν και τους φιλοξένησαν.
«Σε μια συνεδρίαση που κανείς από τα πάνω δεν συγκάλεσε, που ξεφύτρωσε αυθόρμητα από τα κάτω, παρέστησαν αντιπρόσωποι από 29 συντάγματα του μετώπου, από 90 εργοστάσια της Πετρούπολης, από τους ναύτες της Κρονστάνδης και από τα γύρω στρατόπεδα. Στο κέντρο της συνεδρίασης στάθηκαν οι εκπρόσωποι των χαρακωμάτων – ανάμεσά τους και νεαροί αξιωματικοί. Οι εργάτες της Πετρούπολης κρεμάστηκαν από τα χείλη των ανθρώπων από το μέτωπο προσπαθώντας να μη χάσουν ούτε λέξη τους. Κι αυτοί τους είπαν πώς η επίθεση και οι συνέπειές τις είχαν καταβροχθίσει την επανάσταση. Αυτοί οι σκοτεινοί στρατιώτες – σε καμιά περίπτωση αγκιτάτορες – ζωγράφισαν με ανεπιτήδευτες λέξεις την καθημερινή ζωή του μετώπου. Οι λεπτομέρειες ήταν συνταρακτικές – κατέδειξαν τόσο ωμά το πως τα πάντα ξανακυλούσαν προς το παλιό μισητό προεπαναστατικό καθεστώς» λέει ο Τρότσκι και προσθέτει τα ακόλουθα: «Αν και οι Σοσιαλεπαναστάτες προφανώς δέσποζαν ανάμεσα στους ανθρώπους από το μέτωπο, μια δραστική μπολσεβίκικη απόφαση πέρασε σχεδόν ομόφωνα και μόνο τρεις άνθρωποι απείχαν από την ψηφοφορία. Αυτή η απόφαση δεν θα παραμείνει νεκρό γράμμα. Οι εκπρόσωποι, καθώς θα διασπείρονται στις μονάδες τους, θα πουν την αλήθεια για το πώς οι συμβιβασμένοι ηγέτες τους απέπεμψαν και το πώς οι εργάτες τους υποδέχθηκαν».

Σημαντικό ρόλο στην ανατροπή της κατάστασης στους κόλπους του Σοβιέτ της Πετρούπολης από τα κάτω έπαιξε η αποτροπή του πραξικοπήματος Κορνίλωφ. Στα τέλη του Αυγούστου 1917 και μπροστά στην απειλή του πραξικοπήματος η Μενσεβίκικη πλειοψηφία στο Σοβιέτ δέχεται απρόθυμα πρόταση της Μπολσεβίκικης μειοψηφίας για σχηματισμό Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής και διανομή όπλων στα εργοστάσια και τις εργατογειτονιές.

Όταν ανακοινώθηκε η απόφαση, υπήρξε άμεση ανταπόκριση: «Στις συνοικίες, εμφανίστηκαν αμέσως ολόκληρες ουρές ανθρώπων ανυπόμονων να καταταγούν στις γραμμές τις ερυθροφρουράς. Άρχισε εκγύμναση στη σκοποβολή και στο χειρισμό των όπλων. Έμπειροι στρατιώτες χρησιμοποιήθηκαν για εκπαιδευτές. Μέχρι την 29η, είχαν σχηματιστεί Φρουρές σχεδόν σε κάθε συνοικία. Η Ερυθροφρουρά ανακοίνωσε την ετοιμότητά της να παρατάξει δύναμη 40.000 ντουφεκιών.[ . . ] Το γιγαντιαίο εργοστάσιο Πουτίλωφ έγινε το κέντρο της αντίστασης στη συνοικία του Πέτερχωφ. Εδώ σχηματίστηκαν εσπευσμένα μάχιμοι λόχοι. Η δουλειά στο εργοστάσιο συνεχίστηκε μέρα – νύχτα· συναρμολογούσαν ένα νέο τύπο κανονιού για τον εξοπλισμό των προλεταριακών πυροβολαρχιών».

«... τα συνοικιακά σοβιέτ έρχονταν πιο κοντά μεταξύ τους και περνούσαν αποφάσεις: να κηρύξουν το δια-συνοικιακό Συνέδριο διαρκές· να ορίσουν τους αντιπροσώπους τους στο επιτελείο που οργάνωσε η Εκτελεστική Επιτροπή· να σχηματίσουν εργατική πολιτοφυλακή· να θεσμοθετήσουν έλεγχο των συνοικιακών σοβιέτ πάνω στους κυβερνητικούς κομισάριους· να οργανώσουν ομάδες άμεσης δράσης για τη σύλληψη αντεπαναστατών αγκιτατόρων» (Απομνημονεύματα Σουκάνοφ).

Η γενίκευση αυτή της αυτοοργάνωσης των μαζών διαδόθηκε διατρέχοντας ολόκληρη τη χώρα. Ο Τρότσκι παραθέτει την περίπτωση του Έλσιγκφορς, όπου « ένα γενικό συνέδριο όλων των σοβιετικών οργανώσεων έστειλε τους κομισάριους του στα γραφεία του γενικού κυβερνήτη, του διοικητή της μυστικής υπηρεσίας και άλλων σημαντικών θεσμών. Έκτοτε, καμία εντολή δεν ήταν έγκυρη χωρίς την υπογραφή τους. Οι τηλέγραφοι και τα τηλέφωνα τέθηκαν υπό έλεγχο».

Η κατάπνιξη του πραξικοπήματος του Κορνίλωφ προκάλεσε μια δραματική ανατροπή στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Ο λαός πήρε τον αποκλειστικό έλεγχο των γεγονότων, δυναμώνοντας και αναζωογονώντας τα συλλογικά του όργανα. Οι εργάτες είχαν αποκτήσει τεράστια αυτοπεποίθηση και άρχισαν τις διαδικασίες για πλήρη ανανέωση των σοβιέτ. Πόλη με την πόλη, σοβιέτ με το σοβιέτ, σε μια ιλιγγιώδη διαδικασία, οι παλιές προδοτικές πλειοψηφίες ανατράπηκαν και νέα σοβιέτ με πλειοψηφίες των Μπολσεβίκων και άλλων επαναστατικών ομάδων (Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες, Διεθνιστές Μενσεβίκοι, αναρχικοί) αναδείχτηκαν μετά από συζητήσεις και μαζικές ψηφοφορίες.
Ο Σουκάνωφ περιγράφει την ψυχική κατάσταση των εργατών και των στρατιωτών: «Οδηγημένοι από το ταξικό ένστικτο και , ως ένα βαθμό, από την ταξική συνείδηση, με την οργανωμένη θεωρητική επιρροή των Μπολσεβίκων, κουρασμένοι από τον πόλεμο και τις κακουχίες, απογοητευμένοι από την άγονη επανάσταση που δεν τους είχε δώσει ακόμη τίποτε, οργισμένοι με τα αφεντικά και την κυβέρνηση που ζούσαν ακόμα μέσα στις ανέσεις τους, με την επιθυμία να ασκήσουν την εξουσία που ήταν επιτέλους δική τους, ήταν ανυπόμονοι να ριχτούν στη μάχη».

Τα επεισόδια σε αυτήν την επανακατάκτηση και ανανέωση των σοβιέτ είναι πολλά.

«Τη νύχτα της 31ης Αυγούστου – 1ης Σεπτέμβρη, κι ενώ ακόμα προέδρευε ο Τσέιντζε, το Σοβιέτ ψήφισε για μια κυβέρνηση των εργατών και των αγροτών. Τα απλά μέλη των συμβιβαστικών πτερύγων υπερψήφισαν σχεδόν συμπαγώς την πρόταση των Μπολσεβίκων. Η αντίπαλη πρόταση του Τσερετέλι πήρε μόνο 15 ψήφους. Το συμβιβαστικό προεδρείο δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Η δεξιά ζήτησε ονομαστική ψηφοφορία που πήρε μέχρι τις 3 το πρωί. Για να αποφύγουν την ανοιχτή καταψήφιση των κομμάτων τους, πολλοί από τους αντιπροσώπους πήγαν στα σπίτια τους. Αλλά ακόμα κι έτσι και παρ’ όλες τις μεθόδους πίεσης, η απόφαση των Μπολσεβίκων απέσπασε 279 ψήφους στην τελική ψηφοφορία έναντι 115. Ήταν ένα γεγονός μεγάλης σημασίας. Ήταν η αρχή του τέλους. Το προεδρείο, εμβρόντητο, είπαν ότι θα παραιτούνταν». (Απομνημονεύματα Σουκάνοφ).
Το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας ήταν η ιστορική συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης στις 9 Σεπτεμβρίου που είχε προετοιμαστεί μέσα από αναρίθμητες συνελεύσεις στα εργοστάσια, στις γειτονιές και στα συντάγματα. Περίπου 1000 αντιπρόσωποι παρακολούθησαν τη συνέλευση όπου το Γραφείο είχε προτείνει την ακύρωση της ψηφοφορίας της 31ης Αυγούστου. Η νέα ψηφοφορία έδωσε ένα αποτέλεσμα που σήμανε την οριστική απόρριψη της πολιτικής του Γραφείου: 519 ψήφοι κατά της ακύρωσης και υπέρ της κατάληψης της εξουσίας από τα σοβιέτ, 414 ψήφοι υπέρ του προεδρείου και 67 λευκά.

Μετά από τα γεγονότα αυτά άρχισαν να διεξάγονται δραματικά πολλαπλάσιες συνελεύσεις στα Σοβιέτ βάσης . Κάθε συνεδρία σοβιέτ υιοθετούσε μια ενιαία και καθαρή θέση που προέκυπτε μετά από ένα απέραντο πλήθος προκαταρκτικών συνελεύσεων. Αυτή η αυτοοργάνωση των μαζών καθοδηγείτο συνειδητά και ενεργά από τα ανανεωμένα σοβιέτ. Ενώ τα προηγούμενα σοβιέτ ήταν αυτόνομα και συγκάλεσαν λίγες μόνο συνελεύσεις, τα νέα σοβιέτ συγκαλούσαν ανοιχτές συνελεύσεις σε καθημερινή βάση. Ενώ τα παλιά σοβιέτ φοβόντουσαν, ακόμα και αποδοκίμαζαν τις συνελεύσεις στα εργοστάσια και στις γειτονιές, τα καινούργια συνεχώς τις συγκαλούσαν για κάθε σημαντικό ή ουσιώδες ζήτημα που έθετε ο δημόσιος αντίλογος ώστε να μπορέσει να λάβει θέση.

Μέσα από αυτές τις διαδικασίες σταδιακά από τα κάτω προς τα πάνω ανατρέπονται οι συσχετισμοί των αντιπροσώπων και η πλειοψηφία περνά στους Μπολσεβίκους. Και εδώ φαίνεται και ο τρόπος με τον οποίο η εργατική τάξη είναι δυνατόν να ξεπερνά ηγεσίες που δρουν με συμβιβαστικό, υποτακτικό η και προδοτικό ρόλο στις οργανώσεις της. Οι μπολσεβίκοι δεν αρκούνται σε ανακοινώσεις που επισημαίνουν απλά και ξεσκεπάζουν φραστικά μόνο, τον προδοτικό ρόλο της ηγεσίας του Σοβιέτ, αλλά καθοδηγούν την εργατική τάξη στο ξεπέρασμα των ηγεσιών αυτών και την αντικατάσταση τους.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η απόσπαση της πλειοψηφίας υπέρ των Μπολσεβίκων δεν είναι μια απλή υπερψήφιση ενός κόμματος η των εκπροσώπων ενός κόμματος. Οι εργάτες δεν ψηφίζουν το μπολσεβίκικο κόμμα αναθέτοντας του εν λευκώ την ηγεσία και την πολιτική του Σοβιέτ αλλά υιοθετούν από τα κάτω μέσα από πολυάριθμες συνελεύσεις το πρόγραμμα δράσης των μπολσεβίκων. Το Μπολσεβίκικο κόμμα ήταν το μόνο κόμμα με σαφή θέση υπέρ όχι μόνο της κατάληψης της εξουσίας αλλά και προτείνοντας ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα πραγματοποίησής της: μια εξέγερση με ένα περιεκτικό σχέδιο που θα ανέτρεπε την Προσωρινή Κυβέρνηση και θα αποψίλωνε την εξουσία του κράτους. Μόνο οι Μπολσεβίκοι ήταν πεπεισμένοι ότι: «. . . το Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των στρατιωτών είναι μία πραγματικότητα μόνο ως όργανο εξέγερσης, ως όργανο επαναστατικής εξουσίας. Έξω από αυτό, τα Σοβιέτ είναι ένα άθυρμα χωρίς νόημα που μόνο απάθεια, αδιαφορία και απογοήτευση μπορεί να προκαλέσει ανάμεσα στις μάζες, που δικαίως απηύδησαν με την ατέρμονη επανάληψη αποφάσεων και διαμαρτυριών». (Β.Λένιν. «Για το σύνθημα όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» Οκτ. 1917).

Οι Μπολσεβίκοι δεν διεκδικούν την ηγεσία των Σοβιέτ επειδή θεωρητικά και a priori αυτοί είναι οι συνεπείς Μαρξιστές, ούτε επειδή αυτοί αναλύουν καλύτερα την κατάσταση. Καθοδηγούν μέσα από τα Σοβιέτ βάσης την καθημερινή αυτοτελή δράση των εργατών με τρόπο ώστε η εμπειρία που αποκτούν να φτάσει το επίπεδο της ταξικής συνείδησης, ως την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, για την οποία είναι οι μόνοι που έχουν σαφές πρόγραμμα δράσης. Δεν είναι ακτιβιστές που «κατεβαίνουν» για να διδάξουν τις μάζες και να τις πείσουν ότι αυτοί είναι οι κατάλληλοι για να αναλάβουν εν ονόματι της εργατικής τάξης την εκπλήρωση των αιτημάτων της. Καθοδηγούν την δράση στην οποία και οι ίδιοι συμμετέχουν και διαλύουν μέσα από την πείρα που αυτή καθημερινά συσσωρεύει, αυταπάτες που υπάρχουν και συντηρούνται από τους μηχανισμούς της αστικής εξουσίας. Και κυρίως δεν δρουν με παραγοντικό τρόπο αλλά οργανωμένα μέσα από το κόμμα που ταυτόχρονα οργανώνεται σε όλα τα επίπεδα και εξοπλίζεται με τις αρχές του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού.

3. Μέσω των Σοβιέτ η Ρωσική εργατική τάξη αγωνίζεται για να καταλάβει η ίδια την εξουσία και όχι επιβάλλει κάποια κυβέρνηση «φιλολαϊκή» που θα στηρίζεται στα Σοβιέτ και θα ελέγχεται από αυτά. Δεν αγωνίζεται για να φέρει στην κυβέρνηση κάποιο κόμμα η κάποιο κομματικό συνασπισμό.

Όπως είδαμε παραπάνω οι δύο αντίθετες αυτές πολιτικές γραμμές συγκρούστηκαν σε όλα τα επίπεδα στο χρονικό διάστημα από τον Φλεβάρη μέχρι και τον Οκτώβρη. Από τη μία ήταν η πολιτική άποψη που αντιμετώπιζε τα Σοβιέτ σαν όργανα στήριξης μέχρι και ελέγχου της Προσωρινής κυβέρνησης μέσα στο Αστικό θεσμικό κρατικό πλαίσιο, άποψη που τελικά τα μετέτρεπε σε υποχείρια της Αστικής τάξης. Η άποψη αυτή επιβλήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την άλλη ήταν η πολιτική άποψη που ζητούσε να δοθεί «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», δηλαδή τα Σοβιέτ αντικαθιστώντας τους αστικούς κρατικούς θεσμούς να καταστούν τα ίδια κρατικοί θεσμοί ενός νέου κράτους που θα είναι της εργατικής τάξης, επιβάλλοντας μια νέου τύπου δημοκρατία. Οι δύο αυτές γραμμές συγκρούστηκαν όχι μόνο μέσα στα Σοβιέτ, όχι μόνο σε κοινωνικό επίπεδο ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ακόμα και μέσα στους κόλπους του κόμματος των Μπολσεβίκων. Έτσι η επικράτηση του συνθήματος «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», είναι επικράτηση στη συλλογική συνείδηση της εργατικής τάξης, της θέλησης της να ασκήσει η ίδια την εξουσία και όχι να την αναθέσει σε κάποιο πολιτικό σχηματισμό που θα την ασκούσε εν ονόματι της, ακόμα και αν ο πολιτικός αυτός σχηματισμός θα ήταν συνεπής Μαρξιστικός, Κομμουνιστικός, η επαναστατικά αριστερός …

«… Όλη η εξουσία στο κράτος, από κάτω ως πάνω, από το πιο απομακρυσμένο χωριουδάκι ως την κάθε συνοικία της Πετρούπολης, πρέπει να ανήκει στα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών, των εργατών γης, των αγροτών κλπ βουλευτών. Κεντρική κρατική εξουσία πρέπει να είναι το Σοβιέτ των Σοβιέτ η η Λαϊκή Συνέλευση, - το ζήτημα δεν βρίσκεται στην ονομασία – που θα συνενώνει αυτά τα τοπικά Σοβιέτ. Ούτε η αστυνομία ούτε οι δημόσιοι υπάλληλοι που είναι ανεύθυνοι απέναντι στο λαό και στέκουν πάνω από το λαό, ούτε ο τακτικός στρατός που είναι αποσπασμένος από το λαό, αλλά ο ίδιος ένοπλος λαός στο σύνολο του – ενωμένος στα Σοβιέτ – να ποιος πρέπει να είναι το κράτος. Να ποιος θα επιβάλλει την απαραίτητη τάξη, να ποια θα είναι η εξουσία, που όχι μόνο θα πειθαρχούν σ αυτήν αλλά θα την σέβονται εργάτες και αγρότες». (Β. Λένιν. «Λόγος στη συγκέντρωση στρατιωτών στο σύνταγμα Ισμαιλοφσκι». Απρ. 1917).

Το μπολσεβίκικο κόμμα δεν καταλαμβάνει το ίδιο την εξουσία, παρά την αστική προπαγάνδα που από το 1917 μέχρι τις μέρες μας πιπιλίζει την ίδια προπαγανδιστική γραμμή με χίλιες δύο διαφορετικές εκδοχές. Το κόμμα των μπολσεβίκων καθοδηγεί τα Σοβιέτ στο να καταλάβουν την εξουσία προτείνοντας μέσα σε αυτά ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εξέγερσης, επανάστασης που οδηγούσε στην εξουσία. Και η εργατική τάξη μέσα στα Σοβιέτ που αποτελούν όργανα αυτοτελούς έκφρασης της, υιοθετούν την τακτική και στρατηγική που βάζουν οι μπολσεβίκοι ακριβώς γιατί βλέπουν πως μόνο αυτή τους οδηγεί στην χειραφέτηση. Η μπολσεβίκικη πρωτοπορία δεν είναι πρωτοπορία εκ των προτέρων. Παρ’ ότι είναι κόμμα που χτίζεται πάνω σε Μαρξιστικές αρχές και με τις επεξεργασίες των Λένιν, Τρότσκι κλπ, η Μαρξιστική του ιδεολογία δεν του δίνει a priori θέση πρωτοπορίας. Η ιδεολογία του το οδηγεί να προβάλλει μια ολοκληρωμένη στρατηγική και τακτική που οδηγεί την εργατική τάξη στην εξουσία και έτσι κατακτά την πρωτοπορία στην πράξη. Και φυσικά το κόμμα των Μπολσεβίκων δεν είναι μια αριστερά.



ΤΑ ΣΟΒΙΕΤ ΣΑΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ.



Όπως προαναφέρθηκε μετά την επανάσταση του 1905 τα Σοβιέτ σπάνια εμφανίζονται να συντονίζουν και να πρωτοστατούν στους αγώνες των εργατών. Κάποια που εδώ και κεί κάνουν την εμφάνιση τους σε μερικές απεργίες γρήγορα ατονούν. Έτσι, ένα εργατικό συμβούλιο εμφανίστηκε την άνοιξη του 1906 στην Πετρούπολη, και έστειλε αντιπροσώπους στα εργοστάσια για να προωθήσουν την ανανέωση του Σοβιέτ. Μια συνάντηση που μάζεψε 300 αντιπροσώπους το καλοκαίρι του 1906, δεν απέδωσε τίποτε εξαιτίας των δυσκολιών να ξαναρχίσει ο αγώνας. Αυτό το συμβούλιο φυλλορρόησε σιγά – σιγά με την εξασθένιση της κινητοποίησης και εξαφανίστηκε οριστικά την άνοιξη του 1907. Στη Μόσχα στο Χάρκοβο, στο Κίεβο, στην Πολτάβα, στο Αικατερίνμπουργκ, στο Μπακού, στο Σοστούμ και στην Κρονστάνδη, εμφανίστηκαν επίσης συμβούλια ανέργων αν και λιγότερο ή περισσότερο εφήμερα, στη διάρκεια του 1906.
Μερικά Σοβιέτ εμφανίστηκαν επίσης σποραδικά στα 1906-7 σε μερικές βιομηχανικές πόλεις των Ουραλίων. Η πιο σοβαρή όμως προσπάθεια για να στηθεί Σοβιέτ, έγινε στη Μόσχα. Μια απεργία ξέσπασε τον Ιούλιο και γρήγορα εξαπλώθηκε σε πολυάριθμες εστίες συγκέντρωσης εργατικών μαζών. Γρήγορα ανατέθηκε η εντολή σε κάπου 150 αντιπρόσωπους που είχαν στόχο να συναντηθούν, να σχηματίσουν μια εκτελεστική επιτροπή και να κάνουν εκκλήσεις για την εξάπλωση των αγώνων και τον σχηματισμό Σοβιέτ. Οι συνθήκες όμως δεν ήταν εκείνες του 1905 και η κυβέρνηση, κατάλαβε γρήγορα τον κίνδυνο που έγειρε η κινητοποίηση στη Μόσχα, και εξαπέλυσε μια βίαιη καταστολή που έβαλε τέλος στην απεργία και σε όποιο νέο Σοβιέτ.

Ανάμεσα στα 1905 και 1917, τα Σοβιέτ είχαν λοιπόν περιορισθεί, έως και εξαφανιστεί. Αυτή η εξαφάνιση δημιουργεί σίγουρα ερωτηματικά: πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι εργάτες που είχαν συμμετάσχει με τόσο μεγάλο ενθουσιασμό στα Σοβιέτ του 1905 να τα έχουν ξεχάσει; Και πώς είναι δυνατόν να επανεμφανιστούν αμέσως με την έναρξη της εξέγερσης του Φλεβάρη και την έναρξη της επανάστασης να εξαπλωθούν και να μαζικοποιηθούν σε σημείο ώστε να αγκαλιάσουν πλατιές μάζες και πέρα από την εργατική τάξη και να εξελιχτούν τόσο γρήγορα σε όργανα που όχι μόνο διεκδίκησαν αλλά κατέλαβαν μέσα σε λίγους μήνες την εξουσία;

Μερικές επαναστατικές μειοψηφίες, και πιο ειδικά οι Μπολσεβίκοι μετά το 1905, υποστήριζαν και προπαγάνδιζαν την ιδέα του σχηματισμού Σοβιέτ για να προωθηθεί η πάλη. Αυτές οι μειοψηφίες κράτησαν ζωντανή τη φλόγα των εργατικών συμβουλίων στη συλλογική μνήμη της εργατικής τάξης ώστε με το ξέσπασμα των απεργιών το Φεβρουάριο, οι οποίες γρήγορα πήραν μεγάλη έκταση, υπήρξαν πολυάριθμες πρωτοβουλίες και εκκλήσεις για την ίδρυση Σοβιέτ.

Ένα άλλο γεγονός που εξωτερικά δεν φαίνεται να σχετίζεται με τα παραπάνω είναι η διενέργεια εκλογών για την Συντακτική Συνέλευση στα τέλη του 1917, μερικές βδομάδες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τα Σοβιέτ.

Μόλις πήραν την εξουσία τα σοβιέτ έπεσαν πάνω σε ένα εμπόδιο: την Συντακτική Συνέλευση, που αντιπροσώπευσε την ευθεία άρνηση όλων όσων είχε κατακτήσει η εργατική τάξη μέσω της εξουσίας των Σοβιέτ και μια επιστροφή ανάθεσης της εξουσίας πάλι σε μια γραφειοκρατική κάστα πολιτικών της Αστικής τάξης.
Βέβαια όταν αντιμετώπιζε τον τσαρισμό, το εργατικό κίνημα στη Ρωσία είχε απαιτήσει μια Συντακτική Συνέλευση ως ένα βήμα προς μια αστική πολιτεία, αλλά η επανάσταση του 1917 είχε προχωρήσει πολύ πιο πέρα από το παλιό αυτό σύνθημα και το είχε κατά πολύ ξεπεράσει με τη θέση «ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΣΟΒΙΕΤ». Το βάρος όμως του παρελθόντος σαφώς συνέχιζε να έχει επιρροή, ακόμα και μετά την κήρυξη της σοβιετικής εξουσίας, όχι μόνο στις ευρείες εργατικές μάζες αλλά επίσης και σε πολλούς αγωνιστές του Μπολσεβίκικου κόμματος που πίστεψαν ότι η Συντακτική Συνέλευση θα ήταν συμβατή με την σοβιετική εξουσία. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις μεταξύ Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου 1917 ανέβαλαν κατ επανάληψη την διενέργεια εκλογών για Συντακτική Συνέλευση, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό πως ήταν ο υπέρτατος στόχος τους. Οι Μπολσεβίκοι - όχι και οι ίδιοι, χωρίς εσωτερικές διαιρέσεις και αντιφάσεις – είχαν γίνει, σε όλη αυτή την περίοδο, οι βασικοί της υποστηρικτές, παρ’ ότι αναγνώριζαν ότι ήταν ασύμβατη με το σύνθημα «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ»
Κατ' αυτόν τον τρόπο ήρθε στο φως ένα παράδοξο: τρεις βδομάδες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ, τήρησαν την υπόσχεσή τους και προκήρυξαν εκλογές για την Συντακτική Συνέλευση. Αυτές οι εκλογές έδωσαν στους Δεξιούς Σοσιαλεπαναστάτες μια πλειοψηφία (299 εδρών), με τους Μπολσεβίκους μακράν δεύτερους (168 έδρες), ακολουθούμενους από τους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες (39 έδρες) και άλλες μικρότερες ομάδες.

Η Συντακτική αυτή Συνέλευση ήταν εντελώς αναποτελεσματική και δεν μπόρεσε να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις. Χρειάστηκαν μόνο μερικές μεγαλόστομες αποφάσεις που δεν είχαν καμία επίδραση και οι συνεδριάσεις της περιορίστηκαν σε μια απλή διαδοχή βαρετών ομιλιών. Η μπολσεβίκικη αγκιτάτσια, υποστηριζόμενη από τους αναρχικούς και τους αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες, έθεσε με σαφήνεια το δίλημμα ή Σοβιέτ ή Συνέλευση και έτσι συνέβαλε στην αποσαφήνιση και το ξεκαθάρισμα των αυταπατών στη συνείδηση των εργατών. Μετά από πολλαπλές μεταμορφώσεις, η Συντακτική Συνέλευση διαλύθηκε ήσυχα τον Ιανουάριο του 1918 από τους ναύτες της φρουράς της.
Στο σημείο όμως αυτό εμφανίζεται το εξής ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν αμέσως μετά την νικηφόρα επανάσταση του Οκτώβρη και την κατάκτηση της εξουσίας από την ίδια την εργατική τάξη μέσω των Σοβιέτ, στα οποία μάλιστα αμέσως μετά, μέσα από μαζικές συνελεύσεις και συνεδριάσεις, οι μπολσεβίκοι κατακτούν πολύ μεγάλη πλειοψηφία, η ψηφοφορία για την συντακτική συνέλευση να τους εμφανίζει ως μειοψηφία??

Την απάντηση στα παραπάνω ερωτηματικά είναι αδύνατο να την βρούμε σκεπτόμενοι μέσω της απλής λογικής με την χρήση μόνο του τυπικού ορθολογισμού. Απάντηση μπορούμε να βρούμε μόνο μέσα από την διαλεκτική σχέση της ατομικής συνείδησης του εργάτη και της συλλογικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Η ατομική συνείδηση που διαμορφώνεται μέσα σε συνθήκες καθημερινής εκμετάλλευσης, μέσα σε συνθήκες πολύχρονης εκπαίδευσης από την αστική ιδεολογία και μέσα σε ένα ορυμαγδό αυταπατών που έντεχνα σπέρνει η αστική προπαγάνδα, γίνεται εύκολη λεία των αστικών πολιτικών θεσμών. Οι θεσμοί της αστικής κοινοβουλευτικής εξουσίας πετυχαίνουν ακριβώς το να αποκόπτουν την ατομική συνείδηση από την συλλογική. Να αποκόπτουν το άτομο από την επίδραση συλλογικών διαδικασιών στις οποίες εμφανίζεται μια συλλογική θέληση που επιθυμεί να καταστεί υποκείμενο κοινωνικής εξέλιξης, και με τη σειρά της επιδρά και διαμορφώνει την ατομική συνείδηση με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που επιθυμεί το Αστικό συμφέρον. Έτσι ο εργάτης προσέρχεται στην αστική κάλπη σαν «ελεύθερος πολίτης», ελεύθερος φυσικά από την συνείδηση της τάξης του, στην ίδια θέση υποτίθεται με τους άλλους «πολίτες» που είναι αφεντικά η γραφειοκράτες του κρατικού μηχανισμού η κτηματίες κλπ. Στην πραγματικότητα είναι ένας «ατομικός πολίτης» αλυσοδεμένος χειροπόδαρα από την αστική ιδεολογία και προπαγάνδα. Ο εργάτης που συμμετέχει στη συνέλευση του Σοβιέτ και ο εργάτης που πηγαίνει μπρός στην αστική κάλπη είναι δύο εντελώς διαφορετικές συνειδήσεις. Η ατομική συνείδηση του εργάτη απελευθερώνεται πραγματικά μόνο μέσα στη διαδικασία εμφάνισης της συλλογικής συνείδησης της εργατικής τάξης.

Μέσω των Σοβιέτ λοιπόν τόσο το 1905 όσο και το 1917 η εργατική τάξη λειτούργησε σαν τάξη και έβγαζε σε πολιτικό επίπεδο την συλλογική θέληση της να καταστεί υποκείμενο των πολιτικών εξελίξεων αναλαμβάνοντας και την εξουσία. Αυτή η συλλογική συνείδηση επιδρούσε πλέον στις ατομικές συνειδήσεις και τις απελευθέρωνε σταδιακά από την αστική ιδεολογία και τις μικροαστικές αυταπάτες.

Έτσι μόνο μπορούμε να βρούμε εξήγηση στο γιατί δεν υπήρξε δράση των Σοβιέτ μεταξύ 1905 και 1917. Και να συμπεράνουμε επομένως ότι τα Σοβιέτ υπήρχαν σε όλη αυτή τη περίοδο «δυνάμει», και εμφανίστηκαν «ενεργεία», αλληλένδετα με τη συλλογική συνείδηση της εργατικής τάξης, στο βαθμό που εμφανίστηκε και αυτή. Γι αυτό και αμέσως ξεπετάχτηκαν και ανδρώθηκαν πάλι με την επανάσταση από το Φλεβάρη κιόλας. Και αυτή τη «δυνάμει» ύπαρξη τους μπόρεσαν να την δουν μόνο οι πραγματικοί Μαρξιστικά σκεπτόμενοι εκείνη την εποχή Μπολσεβίκοι.



Έτσι φυσικά μπορούμε να βρούμε εξήγηση και στη διαχρονική Μαρξιστική αλήθεια ότι δεν είναι ποτέ δυνατόν η εργατική τάξη να οδηγηθεί στη κατάκτηση της εξουσίας και στην έναρξη διαδικασίας κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων μέσω αστικών κοινοβουλευτικών θεσμών. Πολύ περισσότερο καθοδηγούμενη από «επαναστατικές αριστερές».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου