Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ & ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ


«Τα ρεμπέτικα για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, την κατοχή, τον εμφύλιο και την ξενιτιά»
Ρεμπέτικα τραγούδια που γράφτηκαν με αφορμή τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, τη Γερμανική κατοχή, τον Εμφύλιο και τη μάστιγα της ξενιτιάς. Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ο Ελληνικός λαός αντιστάθηκε στον εισβολέα όχι μόνο με τα όπλα αλλά και με κάθε άλλο μέσον όπως για παράδειγμα με το σατιρικό τραγούδι. Οι ρεμπέτες δημιουργοί, σε πείσμα όσων αγνοούν ή και σκόπιμα το αποκρύπτουν, δεν έμειναν έξω απ’ τον χορό. Έτσι θα έχετε την ευκαιρία να απολαύσετε σπαρταριστά αντιμουσολινικά ρεμπέτικα τραγούδια τα οποία ηχογραφήθηκαν μεν σε δίσκους γραμμόφωνου (παράλληλα με τα γνωστά ελαφρά «Κορόιδο Μουσολίνι» κ. λ. π.) έμειναν όμως στην αφάνεια αφού τα ρεμπέτικα τότε εθεωρούντο παράνομα και τελούσαν υπό διωγμό.

Τέτοια τραγούδια είναι: «Το όνειρο του Μπενίτο», το «Άκου Νούτσε μου τα νέα» και άλλα. Αλλά και στη Γερμανική κατοχή οι ρεμπέτες έγραψαν τραγούδια ενάντια στον κατακτητή, τη στιγμή που οι συνάδελφοί τους του ελαφρού τραγουδιού και της επιθεώρησης ή είχαν σιωπήσει, ή εργάζονταν σε κέντρο όπου σύχναζαν και διασκέδαζαν γερμανοί.

Στη συνέχεια με τον Εμφύλιο ανάμεσα στα σχετικά τραγούδια, θ’ ακούσετε και μια ζωντανή ηχογράφηση με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Βασίλη Τσιτσάνη να τραγουδάνε «Κάποια μάνα αναστενάζει» με τα αυθεντικά στιχάκια που είχε κόψει η λογοκρισία το 1947, όταν πρωτο-εκδόθηκε με την Στέλλα Χασκήλ. Κι ακόμα το τραγούδι «Ένας λεβέντης πέθανε» γραμμένο για τον ήρωα Άρη Βελουχιώτη. Τέλος στην εκπομπή συμπεριλαμβάνονται και δυο χαρακτηριστικά τραγούδια της ξενιτιάς που μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο παρουσίασε μεγάλη έξαρση. Τα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν ειδικά για την εκπομπή, ερμηνεύουν ο Αγάθωνας Ιακωβίδης, η Μαριώ και ο Γιάννης Σαούλης. Την ιστορική αναδρομή κάνει ο Πάνος Σαββόπουλος με δημοσιογραφική επιμέλεια του Νίκου Βολωνάκη. Η σκηνοθεσία είναι της Μίκας Ζαχαροπούλου.

Σκηνοθέτης: Μίκα Ζαχαροπούλου

Παρουσιαστής: Νίκος Βολωνάκης, Πάνος Σαββόπουλος

Τα Ρεμπέτικα της Κατοχής

Γράφει ο Σάκης Παπίστας, Αναδημοσίευση από το www.rembetiko.gr

Στις 27 του Απρίλη 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα και υψώνεται ο αγκυλωτός σταυρός, η λεγόμενη σβάστικα, στην Ακρόπολη. Αρχίζει η περίοδος της μαύρης Κατοχής.

Τα γερμανικά στρατόπεδα κατοχής αρχίζουν να τυπώνουν αφειδώς το λεγόμενο «κατοχικό μάρκο», ένα νόμισμα χωρίς αντίκρισμα. Μ’ αυτό ξεκοκκαλίζουν, μέσα σε λίγες εβδομάδες, όλα τα τρόφιμα της χώρας μας. Το φθινόπωρο του 1941 και κυρίως ο χειμώνας 1941 – 42, χαρακτηρίζεται ως η περίοδος της μεγάλης πείνας του δύσμοιρου ελληνικού λαού. Τα τρόφιμα είναι πια δυσεύρετα στην πρωτεύουσα. Ο κόσμος πεθαίνει απ’ την εξάντληση, την ώρα που περπατάει στο δρόμο και οι περαστικοί διαβάτες προσπερνούν βιαστικά σχεδόν αδιάφοροι, συνηθισμένοι πια στο φρικαλέο αυτό καθημερινό θέαμα.

Περισσότερο απ’ όλους, βέβαια, υποφέρουν από την πείνα τα <u>παιδιά</u>. Σκελετωμένα και πρησμένα από την αβιταμίνωση, ψάχνουν απελπισμένα στους σκουπιδότοπους να βρουν κάτι φαγώσιμο. Πολλοί βρίσκουν την ευκαιρία να πλουτίσουν σε βάρος των δυστυχισμένων συνανθρώπων τους και αισχροκερδώντας επιδίδονται σε μαύρη αγορά. Είναι οι λεγόμενοι μαυραγορίτες και λαδάδες.

Τότε εμφανίζονται και οι ριψοκίνδυνοι και θαρραλέοι σαλταδόροι, οι κλεφτες της Κατοχής. Στερημένοι και πεινασμένοι, με τόλμη και γρηγοράδα και οργανωμένοι σε ομάδες, σαλτάρανε στα γερμανικά και ιταλικά καμιόνια και πετούσαν ό,τι πράγματα βρίσκανε στην καρότσα των αυτοκινήτων, σε προκαθορισμένα σημεία της διαδρομής, τα οποία τα μάζευαν οι σύντροφοί τους. Έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα – γράμματα από απόλυτη ανάγκη, αρπάζοντας αγαθά από τους κατακτητές, επιδιδόμενοι σε μια μορφή βίαιης, αλλά δικαιότερης ανακατανομής, τροφίμων κυρίως.

– Θα πρέπει να σημειώσουμε πως στη διάρκεια της Κατοχής, το πολιτικό τραγούδι δεν εγγραφόταν σε δίσκους, αλλά απλώς τραγουδιόταν κρυφά και συνωμοτικά, σε μέρη που δεν είχε κατακτητές ή πληροφοριοδότες-προδότες. Γι’ αυτό και εκφραζόταν άμεσα, χωρίς λογοκρισία, χωρίς αλληγορίες και μεταμφίεση. Ένας σοβαρός παράγοντας που ευνοούσε την άμεση έκφρασή του ήταν και η άγνοια της ελληνικής γλώσσας από τους κατακτητές, σε αντίθεση με την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου, με την παρουσία της αυστηρότατης λογοκρισίας και τον επιδιωκόμενο σκοπό, άλλωστε, των τραγουδιών -που ήταν να γραμμοφωνηθούν και να κυκλοφορήσουν.



– Αλφαβητική λίστα των θεματικών τραγουδιών της περιόδου της Κατοχής:

1. ΑΙΩΝΕΣ ΠΕΡΑΣΑΝ

2. ΕΛ ΝΤΑΜΠΑ (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ)

3. ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

4. ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΥΜΠΑ

5. ΚΑΤΟΧΗ, 1941

6. ΜΑΣ ΠΗΓΑΝ ΕΞΟΡΙΑ (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ)

7. ΜΑΤΣΑΚΙΑ ΠΕΝΤΟΧΙΛΙΑΡΑ

8. ΜΠΛΟΚΟΣ (ΒΓΗΚΑΝΕ ΝΩΡΙΣ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ)

9. Ο ΜΠΛΟΚΟΣ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ

10. ΟΙ ΛΑΔΑΔΕΣ

11. ΟΙ ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΕΣ

12. ΠΕΝΘΟΦΟΡΕΙ Η ΚΟΚΚΙΝΙΑ

13. ΠΟΣΕΣ ΚΑΡΔΟΥΛΕΣ ΚΛΑΨΑΝΕ

14. ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΙ

15. ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΣ (ΘΑ ΣΑΛΤΑΡΩ)

16. ΣΑΝ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΕΙΑΣ ΤΟΝ ΚΑΫΜΟ

17. ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΡΔΑΡΑΣ

18. ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΘΑ ΛΥΩΣΩ

19. ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

20. ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙ

21. ΧΑΪΔΑΡΙ

22. ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΝΟΥΣ ΣΙΔΕΡΑ

– Κυρίαρχη μορφή λαϊκού δημιουργού, αυτής της περιόδου, είναι αναμφίβολα ο Μιχάλης Γενίτσαρης.

* ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΣ (ΘΑ ΣΑΛΤΑΡΩ) [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι – σύνθεση του 1942).

«Ζηλεύουνε δεν θέλουνε ντυμένο να με δούνε

μπατήρη θέλουν να με δουν για να φχαριστηθούνε.

Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω,

τη ρεζέρβα να τους πάρω.

Μα ‘γω πάντα βολεύομαι γιατί τήνε σαλτάρω

σε καν’ αμάξι Γερμανού και πάντα τη ρεφάρω.

Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω,

τη ρεζέρβα να τους πάρω.

Μπενζίνες και πετρέλαια εμείς τα κυνηγάμε

γιατ’ έχουνε πολλά λεφτά και μόρτικα περνάμε.

Σάλτα ρίξε τη ρεζέρβα

κάνε ντου και σήκω φεύγα.

Οι Γερμανοί μας κυνηγούν, μα ‘μεις δεν τους ακούμε

εμείς θα τη σαλτάρουμε ώσπου να σκοτωθούμε.

Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω,

τη ρεζέρβα να τους πάρω».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1975, ερμηνευμένο από τους Μήτσο Ευσταθίου – Γιώτα Σύλβα.

2. Περιλαμβάνεται στο LP «ΤΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ», ΚΥΚΛΑΔΕΣ, LPKG 16, 1975.

* Υπάρχουν και μερικές παραλλαγές των βασικών στίχων του τραγουδιού:

«Απάνω που ξεβίδωνε την έβδομη τη βίδα,

του ρίξανε οι Ιταλοί με μία αραβίδα.

Απάνω που ξεβίδωνε την τέταρτη ρεζέρβα,

οι Γερμανοί στα σπλάχνα του τού ρίξανε μια σφαίρα.

Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω,

στο γερμανικό το κάρο

και θα πάρω κουραμάνα,

για να φάει παιδί και μάνα».

* ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΙ [ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΤΗ-ΚΑΤΣΑΡΟΥ – Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Γ. Κατσαρός – άγνωστη τραγουδίστρια) (1945).

«Δεν τη φοβάμαι τη στενή, το ξύλο, την κουμπούρα, βρε

εκείνο που φοβήθηκα είν’ η κομαντατούρα.

Όταν περνούν οι Γερμανοί, περνάνε μ’ όλο πόζα,

πηδάω στ’ αυτοκίνητο και τους τα κλέβω όλα.

Θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε

κι έτσι θα ξαναρεφάρω. (δις)

Μπενζίνες και πετρέλαια εμείς τα κυνηγάμε,

γιατ’ έχουνε πολλά λεφτά και φίνα την περνάμε.

Θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε

και την τσίκα θα φουμάρω. (δις)

Ζηλεύουνε, δεν θέλουνε ντυμένο να με δούνε,

μπατίρη θέλουν να με δουν, για να φχαριστηθούνε.

Θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε

και την τσίκα θα φουμάρω. (δις)

Γειά σου Κατσαρέ, γειά σου».

– Σημείωση:

Σίγουρα πρόκειται για διασκευή του γνωστού “ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΣ” του Μιχάλη Γενίτσαρη.

* ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΥΜΠΑ [ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΗΤΣΑΚΗ].

«Ήταν Κατοχή,

κι έπεφτε βροχή,

ήτανε βαθύ σκοτάδι

στη Τρούμπα κάθε βράδι.

Κι εμείς για ντου πηγαίναμε,

σαλτάραμε και κλέβαμε,

παρέα ήτανε με μας

κι ο μπουκαδόρος ο Κοσμάς.

Ήταν Κατοχή,

πείνα και βροχή.

Είμασταν παιδιά,

κι είχαμε καρδιά,

ο Κεφάλας κι ο Μαρίνος

παρέα μας κι εκείνος.

Μια νύχτα τον Τζιμίνσκουλα

τον φάγανε για ψίχουλα,

και τον βαρκάρη το Θωμά

που έπαιζε τον μπαγλαμά.

Ήταν Κατοχή,

πείνα και βροχή».

– Σημειώσεις:

1. Ωραίο τραγούδι, ζεϊμπέκικο. Άγνωστο (σε μένα) πότε δημιουργήθηκαν οι στίχοι και η σύνθεση του τραγουδιού από τον δάσκαλο Μητσάκη (μπορεί να το ‘χε στα συρτάρια του, φτιαγμένο από τότε, ή να είναι μεταγενέστερη δημιουργία του). Επίσης δεν γνωρίζω αν υπάρχει δίσκος τις δεκαετίες ’40 ή ’50 (υποθέτω πως μάλλον όχι).

2. Όμως κυκλοφόρησε το 1976, ερμηνευμένο ωραία από τον Παναγιώτη Μιχαλόπουλο και συμπεριλαμβάνεται στο LP «ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ: “ΤΑ ΣΑΪΝΙΑ”», ΚΥΚΛΑΔΕΣ LPKG 24.

* ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι – σύνθεση του 1944).

«Εμάθατε στο Πειραιά

επιδρομή μεγάλη,

γκρεμίσανε τα σπίτια μας

πω, πω, ζημιά μεγάλη.

Μέρα και νύχτα ρίχνανε

μπόμπες τ’ αρεοπλάνα

κι έχαν’ η μάνα το παιδί

και το παιδί τη μάνα.

Σκορπούσανε το θάνατο

και ρίχνανε αράδα

και τον Περαία γκρέμισαν

και την Άγια Τριάδα.

Μπόμπες πολλές ερίξανε

μέσα στο Τελωνείο

και τον Περαία κάνανε

σωστό νεκροταφείο».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1980, ερμηνευμένο από τον Γιώργο Νταλάρα.

2. Περιλαμβάνεται στο LP «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», MINOS DAL-MSM 391, 1980.

* ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΡΔΑΡΑΣ [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι – σύνθεση του 1944).

«Πενθοφορεί η Αγιά Σοφιά

Παλιά και Νέα Κοκκινιά,

κλάψε και ‘συ τώρα ντουνιά

πιάσαν το Στέλιο τα σκυλιά.

Τον πιάσαν Γερμανόφιλοι

και Ταγματασφαλίτες,

το Στέλιο τον Καρδάρα μας

στο Ρέντη οι αλήτες.

Δεμένο τον επήγανε

μπρος στον Άγιο Διονύση,

δέκα ντουφέκια του ρίχνανε

ώσπου να ξεψυχήσει.

Άδικα τον σκοτώσανε

λες κι ήτανε κατάρα,

γιατ’ ήταν στην Αντίσταση

το Στέλιο τον Καρδάρα».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1980, ερμηνευμένο από τον Γιώργο Νταλάρα.

2. Περιλαμβάνεται στο LP «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», MINOS DAL-MSM 391, 1980.

* ΟΙ ΛΑΔΑΔΕΣ [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι – σύνθεση της Κατοχής).

«Όσοι πουλάνε ακριβά, οι παλιομασκαράδες,

θα τους κρεμάσουνε κι αυτούς, όπως τους δυο λαδάδες.

Που τους κρέμασαν και τους δυο ψηλά σε μια κολόνα

κι όσοι πέρναγαν από κει τους έφτυναν το πτώμα.

Προσέχτε οι υπόλοιποι, μην το περνάτ’ αστεία,

γιατί θα σας κρεμάσουνε στην ίδια την πλατεία».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρώτη εκτέλεση το 1982, ερμηνευμένο από τους Μ. Γενίτσαρη – Χάρις Αλεξίου.

2. Περιλαμβάνεται στο LP “ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ: ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ Νο.12″, MARGO 8267, 1982.

* ΟΙ ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΕΣ [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι – σύνθεση του 1941).

«Μικροί – μεγάλοι γίνανε μαυραγορίτες όλοι,

κι αφήσανε όλο το ντουνιά με δίχως πορτοφόλι.

Ακόμα κι οι γυναίκες τους τη μαύρη κυνηγάνε,

τσάντες τσουβάλια κουβαλούν κανέναν δεν ψηφάνε.

Μέρα και νύχτα τριγυρνούν στους δρόμους σαν κοράκια,

πελάτες ψάχνουν για να βρουν να γδάρουνε κορμάκια.

Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας,

για δυό ελιές κι ένα ψωμί να φάνε τα παιδιά μας».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1980, ερμηνευμένο από τον Γιώργο Νταλάρα.

2. Περιλαμβάνεται στο LP «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», MINOS DAL-MSM 391, 1980.

* ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΘΑ ΛΥΩΣΩ [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι – σύνθεση του 1941).

«Με πιάσαν ένα απόγευμα μεσ’ στο Μεταξουργείο,

γιατί επούλαγα νερό για λάδι, ένα δοχείο.

Αχ, τώρα πως θα γλιτώσω;

Μεσ’ στη φυλακή θα λυώσω.

Κι αμέσως με δικάσανε δυο χρόνια, τον καϋμένο

και μ’ έκλεισαν μεσ’ στου Συγγρού, σαν λέων λυσσασμένο.

Εκεί είδα, μάνα μου, πολλούς, γδυτούς και πεινασμένους

κι από τον τύφο κρούσματα, βγάζανε πεθαμένους.

Τρέξε, μανούλα, βγάλε με και δεν το ξανακάνω,

δυο χρόνια μεσ’ στη φυλακή ο δόλιος θα πεθάνω».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρώτη εκτέλεση το 1982, ερμηνευμένο από τους Μ. Γενίτσαρη – Χάρις Αλεξίου.

2. Περιλαμβάνεται στο LP “ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ: ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ Νο.12″, MARGO 8267, 1982.

* ΚΑΤΟΧΗ, 1941 [ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗ] (Γραμμένο στις 4/5/1942).

«Κατοχή ’41, τα παιδάκια τα καημένα,

τρεμουλιάζουν μεσ’ τους δρόμους, νηστικά και τρομαγμένα.

Όλα τους σκελετωμένα, πεινασμένα και πρησμένα,

απ’ τα σπίτια τους τα παίρναν και τα στοίβαζαν στα τρένα.

Στο Νταχάου τα πηγαίναν και τα κάνανε σαπούνι

και τα πιάτα τους έπλεναν, όταν τρώγανε οι Ούνοι».

– Σημειώσεις:

1. Ο δημιουργός αποτυπώνει την ατμόσφαιρα και την πείνα του πρώτου κατοχικού χρόνου.

2. Η δυστυχία των παιδιών και η σκληρότητα των Γερμανών-Ούνων έρχονται σε δραματική αντίθεση μέσα από τους συνταρακτικούς στίχους του τραγουδιού.

3. Ο Μαρινάκης, στην τελευταία του στροφή, αναφέρεται στα Εβραιόπουλα της Ελλάδας, που τα μάζευαν οι Ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα έστελναν ομαδικά στους θαλάμους αερίων, στους φούρνους, κι από ‘κει για σαπούνι.

4. Άγνωστο αν ποτέ φωνογραφήθηκε (μάλλον είναι ανέκδοτο).

* ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΝΟΥΣ ΣΙΔΕΡΑ [Γ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ] (Γραμμένο τον Απρίλη του 1941).

«Αχ, όμορφε Περαία μου, πώς να σε λησμονήσω;

σαν κάτσω και σε θυμηθώ, αμέσως θα δακρύσω.

Χιλιάδες τόνους σίδερα, σου ρίξαν πάλι σήμερα.

Οι βόμβες όπως πέφτανε, χτυπήσαν οι καμπάνες,

και χάσαν μάνες τα παιδιά και τα παιδιά τις μάνες.

Χιλιάδες τόνους σίδερα, σου ρίξαν πάλι σήμερα».

– Σημείωση:

Το τραγούδι αναφέρεται στους γερμανικούς βομβαρδισμούς του Πειραιά και μάλλον είναι αμελοποίητο και βέβαια ανέκδοτο.

* ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙ [ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑ] (Μήτσος Γκόγκος – Στέλιος Χρυσίνης) (1946, HMV AO 2729) (Στίχοι – σύνθεση της Κατοχής).

«Του Κυριάκου το γαϊδούρι

το ‘χαν όλοι τους για γούρι,

σαν γυρνούσε στο παζάρι

το ‘χαν για κρυφό καμάρι.

Με κουδούνια στολισμένο,

λαχανίδα φορτωμένο,

μεσ’ στις γειτονιές γυρνούσε,

ταλιράκια ‘κονομούσε.

Το είχε σαν μικρό παιδάκι

και γι’ αυτό το ‘χε μεράκι….

Του το ‘φάγαν ένα βράδυ

για μοσχάρι στο σκοτάδι.

του το φάγαν ένα βράδυ

με την πείνα τη μεγάλη».

– Σημείωση:

Το τραγούδι γράφτηκε για τη μεγάλη πείνα της Κατοχής.

* ΧΑΪΔΑΡΙ [Μ. ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ] (Στίχοι – σύνθεση του 1943).

«Τρέξε μανούλα όσο μπορείς

τρέξε για να με σώσεις,

κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου

να μ’ απελευθερώσεις.

Γιατ’ είμαι μελοθάνατος

και καταδικασμένος,

δέκα-οχτώ χρονώ παιδί

στα σίδερα κλεισμένος.

Απ’ την οδό του Σέκερη

με πάνε στο Χαϊδάρη,

κι ώρα την ώρα καρτερώ

ο Χάρος να με πάρει.

Για δες του Χάρου το σπαθί

μανούλα, πως το φέρνει,

και τη ζωή του καθενός

μάνα, πως θα την παίρνει».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρώτη εκτέλεση το 1980 από τον Γιώργο Νταλάρα.

2. Περιλαμβάνεται στο LP «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», MINOS DAL-MSM 391, 1980.

* ΑΙΩΝΕΣ ΠΕΡΑΣΑΝ [Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Εμβατήριο του 1944, αγραμμοφώνητο).

«Αιώνες πέρασαν με νεκρικά σκοτάδια,

Φτάνει, σταθείτε, δειλοί,

ο λαός να χαρεί την αυγούλα τη χρυσή

π’ ανατέλει σ’ όλους λεύτερη ζωή.

Σκλάβοι, δεσμώτες, αδέλφια,

σκελετωμένα κορμιά,

ζωή καινούργια, τραγούδια, χαρά,

δώσατε, ‘σεις, λευτεριά.

Πέρασαν, έφυγαν οι χρόνοι της σαπίλας,

στραγγαλισταί του λαού,

καταφρόνια και σκλαβιά, μαστιγώματα, κελιά,

ξερονήσια του διαβόλου Μεταξά.

Σίδερα, σπάστε κι αφήστε

το αίμα να ξεχυθεί,

λεύτερα τώρα ας τρέχει στη γη

κι όλους ας μας οδηγεί».

– Σημειώσεις:

1. Με το εμβατήριό του ο Τσιτσάνης αναθεματίζει τις δυο τυραννίες που γνώρισε πρόσφατα (τότε) η Ελλάδα και καλωσόριζε την ελευθερία που -όπως πίστευε- θα ερχόταν.

2. Ο δημιουργός εξομοιώνει τη δικτακτορία του Μεταξά, στην οποία αναφέρεται ρητά, με τη Γερμανική Κατοχή, την οποία υπονοεί και χρησιμοποιεί έναν κώδικα σκοταδιού και φωτός, πολύ διαδεδομένο μεταξύ του λαού, με εκφράσεις όπως: «τα σκοτάδια της σκλαβιάς» και «το γλυκοχάραμα της λευτεριάς».

3. Στο τραγούδι τα σκοτάδια, που σημαίνουν τη σκλαβιά, είναι τόσο πηχτά κι αδιαπέραστα, όσο εκείνα του θανάτου και του Άδη, και τόσο αβάσταχτα, που η κάθε μικρότερη μονάδα χρόνου φαίνεται σαν αιώνας στη συνείδηση του καταπιεσμένου Έλληνα.

4. Αφού το σκοτάδι σημαίνει σκλαβιά, το φως σημαίνει ελευθερία. Φως της αυγής -ελευθερία, που διαδέχεται τη νύχτα της σκλαβιάς.

* ΜΠΛΟΚΟΣ (ΒΓΗΚΑΝΕ ΝΩΡΙΣ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ) [Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Στίχοι – σύνθεση της Κατοχής).

«Βγήκανε νωρίς τ’ αστέρια

βγήκανε και τα μαχαίρια,

για να μας καρφώσουν –

Ωχ! μανούλα μου.

Έφτασαν τα καραβάνια

με σπαθιά και με γκιορντάνια,

για να μας σταυρώσουν –

Ωχ! μανούλα μου.

Εμείς το ξέραμε μια μέρα

πως θα γίνει μπλόκος –

Ωχ! μανούλα μου.

Κι είναι πολλοί αυτοί που

χρόνια μας σταυρώνουν, χρόνια –

Ωχ! καρδούλα μου.

Κράτησε σφιχτά τα χέρια –

την καρδιά σου κάνε πέτρα, μην πονάς.

Μια χούφτα παλληκάρια

πολεμάν σαν τα λιοντάρια,

μέσα στην αντάρα –

μέσα στη σκλαβιά,

το θεριό στα δύο να κόψουν

και τον τύραννο να διώξουν,

όλα θα τα δώσουν –

για τη λευτεριά».

– Σημειώσεις:

1. Αγραμμοφώνητο τότε. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1978, ερμηνευμένο από τους Βασίλη Τσιτσάνη – Ελένη Γεράνη.

2. Περιλαμβάνεται στο LP «ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ: 12 ΝΕΕΣ ΛΑΪΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ», CBS 83406, 1978.

* Ο ΜΠΛΟΚΟΣ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ [ΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ ή ΤΟΥΝΤΑ].

«Ένα γλυκό ξημέρωμα, βαράγαν οι τσολιάδες,

τα σπίτια μας μπλοκάρανε με τους Γερμαναράδες.

Πρωΐ – πρωΐ πηγαίναμε όλοι στη δουλειά μας

και οι τσολιάδες φώναζαν, βουρ! Για την Κοκκινιά μας.

Στο δρόμο που μας πήγαιναν προς την Οσία Ξένη,

απ’ τη γωνιά που πρόβαλα, βλέπω δυο σκοτωμένοι.

Ε, ρε παιδιά, τι να σας πω, ράγισε η καρδιά μου

κι από τα δόλια μάτια μου τρέχαν τα δάκρυά μου.

Ένα πρωΐ ξημέρωμα, δεκαεφτά Αυγούστου,

οι Γερμανοί μας σκότωσαν, έτσι για χάρη γούστου».

– Σημειώσεις:

1. Δημιουργός του τραγουδιού (στίχοι – σύνθεση) είναι ο Κοκκινιώτης λοχαγός του ΕΛΑΣ Νίκος Δημόπουλος ή Τούντας, που ήταν κι ένας πολύ καλός μπουζουξής και -όπως φαίνεται- και καλός στιχουργός.

2. Το Λαϊκό μας Τραγούδι στερήθηκε για πάντα τον ταλαντούχο λαϊκό δημιουργό και αγωνιστή Ελασίτη Δημόπουλο, αφού λίγο καιρό αργότερα λαβώθηκε σε μάχη και τραυματισμένο τον αποτελειώσανε στο κρεββάτι του οι Γερμανο-Τσολιάδες, ύστερα από προδοσία.

3. Ασφαλώς και πρόκειται για αγραμμοφώνητο τραγούδι, το οποίο περιλαμβάνουν τόσο ο Τάσος Σχορέλης στη «ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» (απ’ όπου είναι παρμένα και τα στοιχεία για τον Δημόπουλο), όσο και ο Νέαρχος Γεωργιάδης στο βιβλίο του «ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ».

* ΜΑΤΣΑΚΙΑ ΠΕΝΤΟΧΙΛΙΑΡΑ [Μ. ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ] (Μ. Βαμβακάρης – Α. Χατζηχρήστος) (1947, ODEON GA 7374) (Γράφτηκε στην Κατοχή).

«Ματσάκια πεντοχίλιαρα θες να την περάσεις,

κι όταν καλά – καλά σκεφτείς, βρε, τα μυαλά θα χάσεις.

Στην αγορά όταν θα πας, βάστα πουγκί μεγάλο,

κι αν είσ’ ο δόλιος φουκαράς, τράβ’ από δρόμο άλλο.

Το πρόβλημα δεν λύνεται κι η γκρίνια πάντ’ αρχίζει,

σαν η γυναίκ’ ανθίζεται, πως το πουγγί στραγγίζει.

Μόνο κανένας μπάρμπας σου μπορεί να σ’ αβαντάρει,

τα τσεκ απ’ την Αμερική σε βγάζουν παλληκάρι».

– <u>Την εποχή εκείνη, το τραγούδι είχε και τις παρακάτω παραλλαγές</u>:

«Στο ράφτη μπαίνεις να ντυθείς, σου φεύγει το κεφάλι,

και θες εκατομμύρια να ράψεις το τσουβάλι.

Σου φεύγει το πατούμενο και πας να βάλεις σόλα

και ο τσαγκάρης σού ζητά να σου τα πάρει όλα.

Γίνεσαι κλέφτης και φονιάς, γίνεσ’ απατεώνας,

γιατ’ έτσι μας κατήντησε ο εικοστός αιώνας.

Κόλαση έγινε σωστή η σημερινή η πιάτσα,

όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, πρέπει να τα ‘χεις μάτσα».

(Σημ.: το πατούμενο = το παπούτσι).

* ΠΕΝΘΟΦΟΡΕΙ Η ΚΟΚΚΙΝΙΑ [ΣΑΡΑΝΤΗ ΚΟΤΟΜΑΤΗ] (Κούλης Σκαρπέλης – Μάρθα Παπαβραμίδου).

«Πενθοφορεί η Κοκκινιά

κι όλο το Κουτσουκάρι,

σκοτώσαν το Στελάρα μας

τ’ άξιο παλικάρι.

Τον κλαίει όλη η Κοκκινιά

Περαίας και Αθήνα,

ήταν το πιο καλό παιδί

γιατί ‘ξηγιόταν φίνα.

Τον φάγανε μπαμπέσικα

δυό μάγκες κάποιο βράδυ,

κρυφά του την εστήσανε

μεσ’ στο βαθύ σκοτάδι.

Τον κλαίει όλη η Κοκκινιά

Περαίας και Αθήνα,

ήταν το πιο καλό παιδί

γιατί ‘ξηγιόταν φίνα.

Ήταν της μοίρας του γραφτό

σε τέτοιο παλικάρι,

τα νειάτα του πριν τα χαρεί

ο χάρος να το πάρει».

– Σημείωση:

Περιλαμβάνεται στο LP «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ Νο.1», FONTANA 9290 102, 1976.

* ΠΟΣΕΣ ΚΑΡΔΟΥΛΕΣ ΚΛΑΨΑΝΕ [ΣΤΡΑΤΟΥ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗ: Στίχοι – Σύνθεση] (1945;).

«Πόσες καρδούλες κλάψανε σ’ αυτά τα μαύρα χρόνια

που ζήσαμε μεσ’ τη σκλαβιά και μεσ’ στην καταφρόνια.

Πόσα κορμάκια πήγανε και νιάτα έχουν σβήσει

και πόσα σπίτια απ’ άδικο για πάντα έχουν κλείσει.

Η “μαύρη” με το Γερμανό έγιναν η αιτία

που το λαό μας ρίξανε σε τόση δυστυχία.

Ας όψονται οι αίτιοι που κάψαν την καρδιά μας

και πλούτισαν και γλέντησαν με την απελπισιά μας».

– Σημειώσεις:

1. Το τραγούδι απολογίζει τα φρικτά αποτελέσματα της μαύρης Κατοχής.

2. «Μαύρη» = η μαύρη αγορά.

3. Η τελευταία του στροφή δείχνει ότι οι συσσωρευμένες αδικίες απαιτούν μια κάθαρση.

4. Δεν ξέρω αν κυκλοφόρησε σε δίσκο και πότε (μάλλον το θεωρώ σχεδόν απίθανο, λόγω της λογοκρισίας).

5. Το τραγούδι το αναφέρουν στα βιβλία τους τόσο ο Ηλίας Πετρόπουλος στα «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», όσο και ο Νέαρχος Γεωργιάδης στο «ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ».

* ΣΑΝ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΕΙΑΣ ΤΟΝ ΚΑΫΜΟ [ΣΤΡΑΤΟΥ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗ: Στίχοι – Σύνθεση] (Στράτος Παγιουμτζής) (1/6/1947) (HMV AO 2749).

«Σαν της ορφάνειας τον καϋμό, δεν έχει ξαναγίνει,

στον κόσμο τ’ ορφανό παιδί, πολλά φαρμάκια πίνει.

Από μικρό ορφάνεψα, προτού στον κόσμο νά ‘μπω,

γι’ αυτό με δέρνουν οι καιροί, σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σαν της ορφάνειας τον καϋμό, στον κόσμο δεν είν’ άλλος,

πικρός σαν δηλητήριο κι ακόμα πιο μεγάλος».

– Σημειώσεις:

1. Πρόκειται για μελαγχολικό ρεμπέτικο, που θεματολογικά αναφέρεται στο ιδιαίτερα ευαίσθητο και οδυνηρό κοινωνικό πρόβλημα της ορφάνειας.

2. Το πρόβλημα αυτό, με το τέλος του Β! Παγκοσμίου Πολέμου, εντάθηκε ακόμα περισσότερο και έλαβε τεράστιες διαστάσεις με το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων εξ’ αιτίας της πείνας, στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής.

3. Και, τέλος, κορυφώθηκε με τα άτυχα θύματα που άφησε πίσω του ο λυσσαλέος και αδελφοκτόνος Εμφύλιος Πόλεμος.

* ΕΛ ΝΤΑΜΠΑ (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ) [ΑΝΩΝΥΜΟΥ – Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Κατοχικό).

«Και μας πήγαν στην Ελ Ντάμπα

– βάρκα γιαλό –

και μας πήγαν στην Ελ Ντάμπα,

όλο το ταξίδι ….τσάμπα

– βάρκα γιαλό –

Και μας πήγαν στην Ελ Ντάμπα

και μας βάλανε μια στάμπα

– βάρκα γιαλό -»

* Η πληρέστερη παραλλαγή του τραγουδιού της Ελ Ντάμπα είναι:

«Θα σας πω μιαν ιστορία

από την αιχμαλωσία,

– βάρκα γιαλό –

Κάποια μέρα του πολέμου

(δεν το πίστευα ποτέ μου)

– βάρκα γιαλό –

Οι Εγγλέζοι μας κυκλώσαν

με τα τανκς και μας τσακώσαν,

– βάρκα γιαλό –

Μας επήραν τα ρολόγια,

με το ξύλο, με τα λόγια

– βάρκα γιαλό –

Στ’ αυτοκίνητα μας βάλαν

και την πίστη μας εβγάλαν,

– βάρκα γιαλό –

Στο Γουδί και στο Χασάνι

κι από ‘κει για το λιμάνι,

– βάρκα γιαλό –

Μας εβάλαν στο βαπόρι

και για το Πόρτ-Σάϊντ πλώρη,

– βάρκα γιαλό –

Μας εφέραν στην Ελ Ντάμπα

και στην πλάτη μας μια στάμπα.

– βάρκα γιαλό –

Μας εδίναν τη βδομάδα

δυο κουτάλια μαρμελάδα,

– βάρκα γιαλό –

Μας εδίναν και φυστίκια

που ‘τανε για τα κατσίκια,

– βάρκα γιαλό –

Μας εδίναν και μια στάλα

συμπεπυκνωμένο γάλα,

– βάρκα γιαλό –

Δεν ξεχνούσαν οι Εγγλέζοι

το ελληνικό τραπέζι,

– βάρκα γιαλό –

Και μας δίναν ταχτικά

και μπιζέλια αρακά,

– βάρκα γιαλό –

Δεν το θέλουμε το γάλα

ούτε και τη μαρμελάδα,

– βάρκα γιαλό –

Μόνο θέλουμε να πάμε

πίσω στη γλυκιά Ελλάδα,

– βάρκα γιαλό -»

– Σημειώσεις:

1. Το «ΕΛ ΝΤΑΜΠΑ» τραγουδιέται πάνω στο χαβά του «ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ» και βέβαια είναι ανέκδοτο.

2. Τραγουδιότανε κυρίως από τους αιχμαλώτους της Ελ Ντάμπα, στην Αίγυπτο.

3. Τραγούδι με παραπλήσια μουσική και ίδιο τίτλο (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ) ηχογραφείται το 1946 από τον Βασίλη Τσιτσάνη με τον Στράτο Παγιουμτζή. Γραμμένο και συνθεμένο στην κατοχή.

4. Η μελωδία είναι παλιά επτανησιακή, ίσως οι στίχοι της εκτέλεσης με τον Στράτο να είναι του Τσιτσάνη.

* ΜΑΣ ΠΗΓΑΝ ΕΞΟΡΙΑ (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ) [ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΤΗ-ΚΑΤΣΑΡΟΥ – Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Γιώργος Κατσαρός – Στέλλα Κέϋ) (1947, STANDARD F-9014-B).

«Δεν το πίνουμε το γάλα, βάρκα – γιαλό (2)

δεν το πίνουμε το γάλα,

ούτε και τη μαρμελάδα,

αχ να σε χαρώ, βάρκα – γιαλό. (επανάληψη των τριών τελευταίων στίχων)

Και μας πήγαν εξορία, βάρκα – γιαλό (2)

και μας πήγαν εξορία,

μακρυά από την Αθήνα,

αχ να σε χαρώ, βάρκα – γιαλό. (επανάληψη των τριών τελευταίων στίχων)

Και μας δίνανε μπιζέλια, βάρκα – γιαλό (2)

και μας δίνανε μπιζέλια,

που τα ‘ρίχνουν στα κουνέλια,

αχ να σε χαρώ, βάρκα – γιαλό. (επανάληψη των τριών τελευταίων στίχων)

Και θα βάλω σημαδούρα, βάρκα – γιαλό (2)

και θα βάλω σημαδούρα,

κι έτσι θα το σκάσω ζούλα,

αχ να σε χαρώ, βάρκα – γιαλό». (επανάληψη των τριών τελευταίων στίχων)

– Σημειώσεις:

1. Ηχογράφηση στη Νέα Υόρκη, ΗΠΑ.

2. Τραγούδι με παραπλήσια μουσική και ίδιο τίτλο (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ) ηχογραφείται το 1946 από τον Βασίλη Τσιτσάνη με τον Στράτο Παγιουμτζή. Γραμμένο και συνθεμένο στην κατοχή.

3. Η μελωδία είναι παλιά επτανησιακή, ίσως οι στίχοι της εκτέλεσης με τον Στράτο να είναι του Τσιτσάνη.

* ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ [ΑΛΕΚΟΥ ΓΚΟΥΒΕΡΗ – Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Πρ. Τσαουσάκης – Σ. Μπέλλου) (13/9/1948, HMV AO 2834).

«Συννεφιασμένη Κυριακή,

μοιάζεις με την καρδιά μου,

που έχει πάντα συννεφιά,

Χριστέ και Παναγιά μου.

Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή

που ‘χασα τη χαρά μου,

Συννεφιασμένη Κυριακή

ματώνει την καρδιά μου.

Όταν σε βλέπω βροχερή,

στιγμή δεν ησυχάζω,

μαύρη μού κάνεις τη ζωή

και βαριαναστενάζω».

– Σημειώσεις:

1. Γραμμένο και συνθεμένο στη Θεσσαλονίκη, στην Κατοχή. Φωνογραφήθηκε το 1948.

2. Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η ιστορία της «Συννεφιασμένης Κυριακής», όπως την αφηγείται ο ίδιος ο Β. Τσιτσάνης: “Κατά την περίοδο της κατοχής, στη Θεσσαλονίκη, εμπνεύσθηκα και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη «Συννεφιά» της κατοχής, από την απελπισία που μας έδερνε όλους μας -τότε που όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία, αλλά συγχρόνως και για την υπαρηφάνεια του λαού μας που δε σηκώνει χαλινάρι και σκλαβιά. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» δεν είναι μόνο ένα περιστατικό της κατοχής, αλλά κλείνει μέσα της όλη την τραγική εκείνη περίοδο. Ό,τι είχα μέσα μου και ό,τι έκρυβα από τα θλιβερά γεγονότα που ζούσα, τα είπα με το τραγούδι μου αυτό. Το είχα έτοιμο από τότε, με αρχικό τίτλο «Ματωμένη Κυριακή», διότι εκείνη τη βαριά χειμωνιάτικη νύχτα μιας Κυριακής, είδα με τα μάτια μου το θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου και εγώ με τη σειρά μου μάτωσα το τραγούδι. Το γραμμοφώνησα το 1948, αφού βασανίστηκα περίπου ένα χρόνο, επειδή μια λέξη έλειπε από το κουπλέ. Αισθάνθηκα, και δεν το κρύβω, μια ιδιαίτερη υπερηφάνεια που αμέσως κατέκτησε τον κόσμο. Η εξάπλωσή του από τη μια άκρη μέχρι την άλλη, με γέμισε πίστη και αισιοδοξία, αλλά και υπέρμετρες ευθύνες για την πορεία μου στο χώρο της λαϊκής μουσικής”.




Ο Μιχάλης Γενίτσαρης έγραψε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όπως ήδη σημειώθηκε, μια πλειάδα από τα καλύτερα ρεμπέτικα τραγούδια της εποχής και όχι μόνο. Τα πιο εμβληματικά μεταξύ αυτών είναι Οι Λαδάδες,Οι Μαυραγορίτες και Ο Σαλταδόρος που αναφέρονται στην ακραία οικονομική εκμετάλλευση που άσκησαν ορισμένοι επιτήδειοι στην χειμαζόμενη πλειονότητα της κοινωνίας που προσπαθούσε να επιβιώσει όπως – όπως, όπως άλλωσστε και σήμερα, και τις έντονες κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις της εποχής.


ΟΙ ΛΑΔΑΔΕΣ


Όσοι πουλάνε ακριβά, οι παλιομασκαράδες,

θα τους κρεμάσουνε κι αυτούς, όπως τους δυο λαδάδες.

Που τους κρέμασαν και τους δυο ψηλά σε μια κολόνα

κι όσοι πέρναγαν από κει τους έφτυναν το πτώμα.

Προσέχτε οι υπόλοιποι, μην το περνάτ’ αστεία,

γιατί θα σας κρεμάσουνε στην ίδια την πλατεία.




ΟΙ ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΕΣ



Μικροί – μεγάλοι γίνανε μαυραγορίτες όλοι,

κι αφήσανε όλο το ντουνιά με δίχως πορτοφόλι.

Ακόμα κι οι γυναίκες τους τη μαύρη κυνηγάνε,

τσάντες τσουβάλια κουβαλούν κανέναν δεν ψηφάνε.

Μέρα και νύχτα τριγυρνούν στους δρόμους σαν κοράκια,

πελάτες ψάχνουν για να βρουν να γδάρουνε κορμάκια.

Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας,

για δυό ελιές κι ένα ψωμί να φάνε τα παιδιά μας.







Ο ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΣ

Ζηλεύουνε, δεν θέλουνε, ντυμένο να με δούνε

Mπατίρη θέλουν να με δουν, για να φχαριστηθούνε

Μα εγώ πάντα βολεύομαι, γιατί τηνε σαλτάρω

σε κάνα αμάξι Γερμανού, και πάντα τη ρεφάρω

Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα θα τους πάρω

Βενζίνες και πετρέλαια εμείς τα κυνηγάμε

γιατί έχουνε πολλά λεφτά και φίνα την περνάμε

Σαν πουλήσω τη ρεζέρβα

Θα την πιω να γίνω τέζα

Κι ‘οταν ρίξω και καμιά, ρεζέρβα που την λένε

Την πάω για τον νταβατζή κι αμέσως κονομιέμαι

Σαν αρπάξω τη ρεζέρβα

Είναι ντου και σήκω φεύγα






















ΤΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ – Γιώργος Νταλάρας (REMASTER ALBUM)

Το 1980, πέντε χρόνια μετά το άκρως επιτυχημένο διπλό άλμπουμ «50 χρόνια ρεμπέτικο τραγούδι», ο Γιώργος Νταλάρας αποφασίζει να κάνει άλλη μια «βουτιά» στον τόσο πλούσιο «βυθό» αυτής της κατηγορίας της λαϊκής μουσικής μας.

Τούτη τη φορά όμως φέρνει στην επιφάνεια τα τραγούδια μιας άκρως ταραγμένης εποχής για την πατρίδα μας, που ξεκινά από την Κατοχή και φτάνει στον Εμφύλιο. Κάποια από αυτά δεν πέρασαν ποτέ τη μέγγενη της λογοκρισίας και δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ, παρά μόνο 35 και πλέον χρόνια μετά το τέλος της τόσο οδυνηρής δοκιμασίας για τη χώρα μας.

Το Μάιο του 1977 ο τραγουδιστής τα πρωτοπαρουσίασε σε μια συναυλία στην Καλλιθέα έχοντας στο πλάι του τους ίδιους τους δημιουργούς (Μιχάλης Γενίτσαρης, Οδυσσέας Μοσχονάς κ.α.) και το φθινόπωρο του 1980 μπήκε στο στούντιο για να τα ηχογραφήσει.

Και τότε όμως δεν έλειψαν τα εμπόδια. Η εταιρεία δεν πολυενδιαφερόταν γι’ αυτά τα τραγούδια και η όλη στάση της ανάγκασε τον Νταλάρα να της απαγορεύσει να προβάλλει τους δίσκους του στα διαφημιστικά προγράμματά της.

Αρχικά, τα τραγούδια που επρόκειτο να ηχογραφηθούν ήταν 16, αλλά εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου στις πλευρές του δίσκου περιορίστηκαν στα 10 και τελικώς έγιναν 12, αφού ο Νταλάρας θέλησε επιπλέον να συμπεριλάβει το «Κάποια μάνα αναστενάζει» και ο Χατζηδουλής του πρότεινε να πει και το «Κάνε λιγάκι υπομονή», όπως κι έγινε.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα του 1980 και χωρίς απολύτως καμία διαφήμιση πούλησε περισσότερα από 50.000 αντίτυπα. Το να μιλήσουμε για την ερμηνεία του τραγουδιστή είναι εντελώς περιττό και θα πούμε μόνον ότι ακούστηκαν πολύ τα «Σαλταδόρος (Θα σαλτάρω-θα σαλτάρω)», «Κάνε λιγάκι υπομονή» και «Χαϊδάρι», το οποίο μελοποίησε εκ νέου ο Στέλιος Βαμβακάρης καθώς κανείς δε θυμόταν τη μουσική που είχε γράψει ο πατέρας του Μάρκος. Στις δεύτερες φωνές η Γλυκερία και ο Δημήτρης Κοντογιάννης.

Το άλμπουμ αποτελεί κυριολεκτικά ντοκουμέντο, καθώς πέρα από ορισμένα τραγούδια που είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας υπάρχει και το πολυσέλιδο ένθετο με σπάνιο υλικό του Κώστα Χατζηδουλή από εφημερίδες, φωτογραφίες, σκίτσα και πολλά άλλα μιας εξαιρετικά ταραγμένης κι επώδυνης εποχής για την Ελλάδα.

Επίσης, υπάρχουν αφηγήσεις των δημιουργών για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραψαν τα τραγούδια, οι στίχοι όλων των κομματιών και σημειώσεις για το πότε γράφτηκε το καθένα.

Παραγωγός ήταν ο Αχιλλέας Θεοφίλου και η ηχογράφηση έγινε στα στούντιο της Columbia με ηχολήπτη τον Στέλιο Γιαννακόπουλο. Την ενορχήστρωση επιμελήθηκε ο ίδιος ο Νταλάρας μαζί με τους μουσικούς που παίζουν στο δίσκο.

Τα τραγούδια του δίσκου:

1) Σαλταδόρος (Μ. Γενίτσαρη)

2) Επιδρομή στον Πειραιά (Μ. Γενίτσαρη)

3) Να ‘ναι γλυκό το βόλι (Δ. Γκόγκου-Μπαγιαντέρα)

4) Μαυραγορίτες (Μ. Γενίτσαρη)

5) Χαϊδάρι (Μ. και Στ. Βαμβακάρη)

6) Ένας λεβέντης έσβησε (Ν. Μάθεση-Μ. Χιώτη-Μ. Γενίτσαρη)

7) Κάνε λιγάκι υπομονή (Β. Τσιτσάνη)

8) Στέλιος Καρδάρας (Μ. Γενίτσαρη)

9) Αδερφός τον αδερφό (Οδ. Μοσχονά)

10) Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα (Β. Τσιτσάνη)

11) Κάποια μάνα αναστενάζει (Μπ. Μπακάλη-Β. Τσιτσάνη)

12) Της κοινωνίας η διαφορά (Β. Τσιτσάνη)




















Το ρεμπέτικο τραγούδι της περιόδου του εμφυλίου πολέμου.

Αρχή γίνεται με το τραγούδι “Ένας λεβέντης έσβησε”. Οι στίχοι γράφτηκαν από τον Νίκο Μάθεση (ή Τρελλάκια), ενώ η μουσική από τον Μιχάλη Γενίτσαρη ο οποίος έγραψε πλήθος τραγουδιών (στίχους και μουσική) κατά την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου. Οι στίχοι του τραγουδιού, γράφτηκαν από τον Σαλαμίνιο ρεμπέτη Νίκο Μάθεση – Τρελάκια (1907 – 1975) το 1945, μετά το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη και το μελοποίησε (χασαποσέρβικο) αρχικά ο Μανώλης Χιώτης, από τον οποίο γράφτηκε και η τελευταία στροφή. Δεν έγινε όμως ποτέ δίσκος. Ο Μάθεσης μίλησε πρώτη φορά για την ύπαρξη του τραγουδιού το 1974 στον ερευνητή του ρεμπέτικου Κώστα Χατζηδουλή, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί την μελωδία. Ο δε Χιώτης είχε πεθάνει ήδη το 1970. Έτσι οι στίχοι του Μάθεση δόθηκαν στον Μιχάλη Γενίτσαρη όπου και μελοποιήθηκαν ξανά(ζεϊμπέκικο). Το τραγούδι ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1980 με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. Στους στίχους του αναδεικνύεται το εύρος της απήχησης του Άρη στα λαϊκά στρώματα. Αναδεικνύεται, επίσης, και η αγωνιστική διάθεση του λαού κόντρα στον αγγλικό – αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους συνεργάτες του, αλλά και στην ήττα της Βάρκιζας και την κατάθεση των όπλων, που ήταν ακόμα νωπή.



Αντιλαλούνε τα βουνά κλαίνε τα κλαψοπούλια

ο Βελουχιώτης χάθηκε ψηλά σε μια ραχούλα



Τι έχεις κλαψοπούλι μου και χαμηλά κοιτάζεις

για πες μου τι σε πλήγωσε και βαριαναστενάζεις



Μαράθηκαν τα λούλουδα χάθηκε το φεγγάρι

ένας λεβέντης έσβησε που τον ελέγαν Άρη



Κείνος δε θέλει κλάματα δε θέλει μοιρολόγια

θέλει αγώνες και χαρές αρματωσιές και βόλια





























Μετά έρχεται το τραγούδι “Κάνε λιγάκι υπομονή”. Τους στίχους και τη μουσική έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Στην ελληνική δισκογραφία συναντά κανείς δεκάδες εκτελέσεις του εν λόγω τραγουδιού. Κυκλοφόρησε σε πρώτη εκτέλεση με την Σωτηρία Μπέλλου και τον Βασίλη Τσιτσάνη στις 11 Νοεμβρίου του 1948.

Αν και φαινομενικά πρόκειται για ερωτικό τραγούδι, στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πολιτικό τραγούδι της εποχής με αλληγορικές εκφράσεις προκειμένου να αποφευχθεί η λογοκρισία του καθεστώτος.

Ο ίδιος ο Β. Τσιτσάνης ανέφερε: “Τότε, με τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου πολέμου ήταν πολύ δύσκολο να γράψεις εκείνο που ήθελες. Υπήρχε η λογοκρισία που δεν έδινε εύκολα άδεια για να γραμμοφωνήσεις τραγούδι.

Εννοώ εκείνα που είχαν κατά τη γνώμη τους ύποπτους στίχους και έβλεπαν κάποια πολιτική σκοπιμότητα. Δεν μπορώ να ξέρω με τι σκεπτικό αποφάσιζαν, πάντως τραγούδι που θα είχε και μια λέξη γύρω από την πολιτική ή τα γεγονότα της εποχής, έπρεπε στα σίγουρα να το απορρίψουν. Τότε, το 1949, ή λίγους μήνες νωρίτερα, έγραψα μέσα στα άλλα, και ένα που του έβαλα αλληγορικά λόγια, ακριβώς από το φόβο της λογοκρισίας, αλλά η σημασία του φαίνεται καθαρά: «Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει, κοντά σου θα ‘ρθει μια χαραυγή, καινούργια αγάπη να σου ζητήσει, κάνε λιγάκι υπομονή……”.

Στη λέξη “χαραυγή αντιστοιχεί η ελευθερία, που θα διώξει τα σκοτάδια της σκλαβιάς του αγγλοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των ντόπιων συμφερόντων. Αυτό το νόημα έδωσε και δίνει το τραγούδι ως σημείο αναφοράς σε γενιές αγωνιστών.

Το τραγούδι λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε η κυκλοφορία ακόμα και μετά τη λήξη του εμφυλίου. Οι τότε χωροφύλακες και αστυφύλακες έσπασαν, με ιδιαίτερη μανία, πολλές εκατοντάδες πλάκες γραμμοφώνου με το τραγούδι αυτό.

Σημείωση: στοιχεία για την παρούσα ανάρτηση αξιοποιήθηκαν από την ιστοσελίδα http://www.rembetiko.gr












Ένα άλλο εξαιρετικό τραγούδι είναι το “Κάποια μάνα αναστενάζει”. Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας. Αποτυπώνει όψεις του κλίματος και των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου σε πλειοψηφικά τμήματα του ελληνικού λαού. Αναφερόμαστε σε αυτά τα τμήματα του ελληνικού λαού που μάχονταν για την εκδίωξη του αγγλοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των ντόπιων συνεργατών του, και είχαν τα ίδια καταφύγει στην παρανομία και στον ανταρτοπόλεμο ως απάντηση στη βία των ιμπεριαλιστών. Το τραγούδι είναι ένα από τα πολλά που έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης την περίοδο εκείνη.

Αν και η μουσική του τραγουδιού γράφτηκε από τον Βασίλη Τσιτσάνη, οι στίχοι, ωστόσο, έχουν γραφτεί από τον Μπάμπη Μπακάλη. Μάλιστα, είναι το πρώτο τραγούδι με το οποίο εμφανίζεται στην δισκογραφία ο Μπάμπης Μπακάλης το 1947. Το εν λόγω κομμάτι αποτέλεσε και σημείο αντιπαράθεσης, για πάνω από είκοσι χρόνια, ανάμεσα στον Β. Τσιτσάνη και τον Μ. Μπακάλη, καθώς στην δισκογραφία αναφερόταν ως δημιουργός του τραγουδιού μόνο ο Β. Τσιτσάνης.

Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, το 1947, είναι με τους Στέλλα Χασκίλ, Μάρκο Βαμβακάρη και Βασίλη Τσιτσάνη. Η δεύτερη, το 1948, με το Ντούο Χάρμα (Τόλη και Λίτσα Χαρμαντά). Έχει υπάρξει πλήθος επανεκτελέσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε την εκτέλεση με τη Σωτηρία Μπέλλου αλλά και αυτήν με την Πόλυ Πάνου.

«Κάποια μάνα αναστενάζει

μέρα-νύχτα ανησυχεί,

το παιδί της περιμένει

που ‘χει χρόνια να το δει.

Πάνω στην απελπισιά της

κάποιος την πληροφορεί,

ότι ζει το παλληκάρι

και οπωσδήποτε θα ‘ρθει.

Με υπομονή προσμένει

και λαχτάρα στη καρδιά,

ο λεβέντης να γυρίσει

απ’ τη μαύρη ξενητιά».










Δύο τραγούδια με εμφανείς αναφορές στους εξόριστους και στους τόπους εξορίας.

Το πρώτο τραγούδι έχει τον τίτλο “Ξυπνώ και βλέπω σίδερα”, ενώ είναι γνωστότοτερο με τον τίτλο “Τα μάνταλα”.

Τους στίχους και τη μουσική έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης και το ερμηνεύουν σε πρώτη εκτέλεση το 1952 ο Μήτσος Χρήστου (σκύλος) και η Ευαγγελία Μαρκοπούλου.

«Ξυπνώ και βλέπω σίδερα στη γη στερεωμένα

και μ’ αλυσίδες σταυρωτές τα χέρια μου δεμένα.

Πέσαν τα μάνταλα βαριά και σκοτεινιάσαν τα κελιά.

Με δέσαν χειροπόδαρα σαν τον εγκληματία

στην καταδίκη μου αυτή γυναίκα είν’ αιτία.

Πέσαν τα μάνταλα βαριά και σκοτεινιάσαν τα κελιά.

Βροντούν οι αλυσίδες μου, ξυπνώ αλαφιασμένος

και μόλις πιάσω σίδερα χτυπιέμαι απελπισμένος.

Βροντούνε βέργες και κλειδιά και σκοτεινιάζουν τα κελιά».






















Το δεύτερο τραγούδι, έχει τον τίτλο “Συρματοπλέγματα βαριά”.

Τους στίχους έγραψε η Ευτυχία Παπαγιανοπούλου και τη μουσική ο Μπάμπης Μπακάλης. Ηχογραφήθηκε το 1955 με τις φωνές της Γιώτας Λύδια και του Μπάμπη Καζαντζόγλου.

«Συρματοπλέγματα βαριά

ζώνουν τη δόλια μου καρδιά.

Κουράγιο, δόλια μου καρδιά, τα σύρματα να σπάσεις,

κι αν η ζωή σε πρόδωσε, το θάρρος σου μη χάσεις.

Τόσο φαρμάκι, βρε ζωή, που θέλεις να το βάλω;

Ξεχείλισαν τα σπλάχνα μου και δε χωράει άλλο.

Παλεύω σαν το ναυαγό στη μαύρη καταιγίδα,

το Χάρο με τα μάτια μου πολλές φορές τον είδα».




Ένα ακόμα του τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη που φωνογραφήθηκε το 1949 με τους Γιώργο Παπαδόπουλο και Ευαγγελία Μαρκοπούλου. Στις τέσσερις στροφές του τραγουδιού, παρά τις ουδέτερες λέξεις που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή της λογοκρισίας, αποτυπώνονται κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις της εποχής.

«Κατηγορώ τη μοχθηρή, κακούργα κοινωνία,
που ρίχνει πάντα το φτωχό στη μαύρη δυστυχία.

Για την κατάσταση αυτή και την αιτία,
κατηγορώ, κατηγορώ την κοινωνία.

Κατηγορώ τον άνθρωπο με τη σκληρή καρδιά του,
τη συμφορά του αλλουνού την έχει για χαρά του.

Κατηγορώ την προστυχιά και την πλεονεξία,
το προσωπείο της ψευτιάς, τη μαύρη προδοσία».





Οφείλουμε να εκφράσουμε τις ευχαριστίες μας στα ιστολόγια ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ(https://kokkinostupos.wordpress.com) & Στην καλυβα ακούμε μουσική http://panosz.wordpress.com) και την ιστοσελία Ρεμπέτικο Φόρουμ (www.rembetiko.gr), απ’ όπου αντλήθηκαν ιδέες και σημαντικό υλικό αυτής της σύνθεσης.

antifonies.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου