Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Φεύγουνε τα χιόνια, σχόλασε ο γάμος.

Από την Βέρα Ντίκεϋ *
Πριν τις γιορτές μιλούσα με την υπεύθυνη της “Γέφυρας”, της οργάνωσης που δραστηριοποιείται μαζί με άλλες στο θέμα της ακραίας φτώχιας, την κυρία Κορομπίλια, και μου είχε πει: «να προλάβουμε να δημοσιεύσουμε ό,τι μπορούμε τώρα, μετά ο κόσμος δεν δίνει σημασία». Τώρα είμαστε στο μετά. Μετά τις γιορτές και μετά τον χιονιά που ήτο μια κάποια λύσις, καθότι κάνει τους ανθρώπους ευαίσθητους και ψυχοπονιάρηδες.
Τώρα σχόλασε ο γάμος. Την τσάντα σφιχτά καθώς περπατάμε γιατί «στην αρπάζουν στην μέση του δρόμου παιδί μου» και το σταυρουδάκι από μέσα από το πουλόβερ γιατί «μιας γνωστής μου της το έκοψαν, καλά που δεν την έπνιξαν». Ο καθένας στην προσωπική του περιπέτεια, στην βολή του κανένας γιατί δεν υπάρχει πια. Και οι άστεγοι ξανά στις σκιές, τα φώτα έπεσαν επάνω τους για χάρη του μικρού Χριστούλη, τώρα η επικαιρότητα τρέχει. Αν είναι αλήθεια ότι τρέχει, φυλάξου, έρχεται καταπάνω σου.

-Στοιχεία, πού πάμε χωρίς στοιχεία;

Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ έκανε το 2015 μια εμπεριστατωμένη έρευνα με τίτλο «Κοινωνική Επισφάλεια και Έλλειψη Στέγης στην Αθήνα» και ο Δήμος Αθηναίων επίσης δεν παρέλειψε να το μελετήσει το φαινόμενο. Οι αριθμοί είναι προδοτικοί της κατάστασης που βρισκόμαστε.

Το 62% των αστέγων είναι Έλληνες.

– Στη συντριπτική τους πλειονότητα (85,4%) είναι άντρες.

– Το μεγαλύτερο μέρος (57%) των αστέγων ανήκει στη δυναμική ηλικιακή ομάδα 35-55.

– Μεγάλο ποσοστό οδηγήθηκε στον δρόμο την τελευταία 5ετία (71%) και τον τελευταίο χρόνο το 21,7%.

– Το 29% δηλώνει ότι δεν θέλει να μετακινηθεί σε κάποια δομή φιλοξενίας

– Το 41,2% των αστέγων δηλώνουν ότι κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών, το 7,3% χρήση αλκοόλ και το 2% και των δύο.

– το 47% δηλώνει ως αιτία που είναι άστεγος, την απώλεια της εργασίας του.

Ρεζουμέ: άντρες ως επί το πλείστον στην πιο δημιουργική τους ηλικία έχουν βγει στον δρόμο την τελευταία πενταετία λόγω απώλειας της εργασίας τους. Αυτό σημαίνει πως το να γίνει άστεγος κάποιος δεν είναι μια κακιά μοίρα ή μια παραξενιά του χαρακτήρα του. Είναι πανεύκολο να βρεθεί ένας άνθρωπος μη δυνάμενος να εξυπηρετήσει τα έξοδα μιας στέγης. Φτάνει να χάσει την δουλειά του και να μην έχει συγγενείς πρόθυμους να βγουν από την κοινωνική μυωπία – δεν μιλάω για φίλους διότι οι φιλίες χάνονται αστραπιαία όταν δεν μπορείς να υπάρχεις κοινωνικά, δηλαδή οικονομικά. Το λέω πόσο εύκολο είναι να αντικατασταθεί το προφίλ του «μέσου πολίτη» με αυτό του «περιθωριακού» γιατί ανακάλυψα ότι δεν υπάρχουν αυτονόητα, άνθρωπος που συνήθιζα να τον σέβομαι μου είπε με αφορμή αυτά τα άρθρα «μην ασχολείσαι, αυτοί όλοι είναι παράξενες ιστορίες». Εγώ θα πρέπει να προσέχω ποιους σέβομαι, κι αυτός ποιους δεν σέβεται.



-Υπάρχουν και τα περίεργα να δει κάποιος σε αυτά τα στοιχεία. Ας πούμε, κάνουν χρήση αλκοόλ όμως, τα θέλει η κούτρα τους. Βγες στον δρόμο έχοντας χάσει τα πάντα και μην το τσούξεις αν σου βρεθεί, κράτα χαρακτήρα. Γιατί τόσοι πολλοί δεν πάνε σε υπνωτήρια και σε χώρους φιλοξενίας; Αυτό κάτι λέει για τους χώρους φιλοξενίας, όχι για τους άστεγους. Αν κάποιος προτιμάει να μένει στην γωνία σε μια κούτα παρά σε μια δομή, μάλλον η δομή έχει το πρόβλημα. Γιατί δεν κάνουν μια δουλειά, τόσες δουλειές υπάρχουν. Ούτε λόγος, τόσες πολλές που δεν ξέρουμε πού να πρωτοπάμε. Και είναι και τόσο εύκολο να σε πάρουν στην δουλειά – έστω αυτήν του ποδαριού – όταν έχεις ένα μήνα να κάνεις μπάνιο.

Οι αποχρώσεις της απόγνωσης

Το βαθύ μαύρο της έλλειψης στέγης είναι διαβαθμισμένο. Υπάρχουν οι άνθρωποι που ζουν κυριολεκτικά στον δρόμο, άλλοι που εγκαταβιούν σε ερειπωμένα και εγκαταλελειμμένα κτήρια, πολλοί που ζουν σε κάποιο σπίτι χωρίς καμία ευκολία διαβίωσης, χωρίς νερό και ηλεκτρικό και χωρίς εξασφαλισμένη τροφή. Ακολουθώντας το μονοπάτι ανάστροφα, από τον δρόμο προς την ανεπαρκή στέγη, μας ζώνουν τα φίδια γιατί όλο και περισσότερο η πλειοψηφία των κατοίκων στις πόλεις χάνει το επίπεδο διαβίωσης. Το να μείνει ένα νοικοκυριό χωρίς ρεύμα ή χωρίς νερό προσωρινά από το να μείνει μόνιμα απέχει ελάχιστα. Φυσικά με τις αναμενόμενες εξελίξεις στο θέμα των στεγαστικών δανείων θα γίνει του Κουτρουλή ο γάμος. Και προς το παρόν αντί σαν κοινωνία να δείξουμε συνοχή και εγρήγορση είμαστε σε έναν βαθύ και θανατερό λήθαργο. Κοιμισμένους θα μας πετάξουν στον δρόμο.



Στο μεταξύ στην Φινλανδία δεν τρώνε βελανίδια

Κόντρα στο αγαπημένο μας κλισέ με τον αθάνατο ελληνικό πολιτισμό, στην κατεψυγμένη Φινλανδία δεν τρώνε ούτε βελανίδια ούτε λωτούς. Οργανωμένα και συντεταγμένα έχουν μετατρέψει τους πρώην ξενώνες αστέγων, με την ιδρυματική προσωπικότητα φυλακής, σε αυτόνομες κατοικίες, ενώ το πρόγραμμα στέγασης περιλαμβάνει και κτίσιμο νέων κατοικιών, γεγονός που έχει αναζωπυρώσει και την οικοδομική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα προχωράνε με γρήγορους ρυθμούς οι παραχωρήσεις κενών κτηρίων σε στεγαστικά προγράμματα. Πώς έγινε αυτό το θαύμα; Συνεργάστηκαν φορείς της πολιτείας, των δήμων και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Κοντολογίς, ήθελαν και το έκαναν. Εμείς δεν θέλουμε. Δεν μας νοιάζει. Δεν μας αφορά.

Αν θεωρούμε ότι μας αφορά μπορούμε να το κάνουμε κι εμείς

Φυσικά και μπορούμε. Δεν χρειάζεται να το κοσκινίζουμε, πάμε να ζυμώσουμε. Το να εξασφαλιστεί πρόγραμμα στέγης – και λέμε πρόγραμμα γιατί το πρόβλημα των αστέγων μας είπε ένα πουλάκι ότι θα αυξηθεί κατακόρυφα, οπότε χρειάζεται πρόνοια και για το μέλλον – είναι θέμα πολιτικής και κοινωνικής απόφασης. Στην Ελλάδα είναι πάρα πολλά τα άδεια σπίτια και τα κτήρια τα οποία μπορούν να παραχωρηθούν για να λήξει αυτή η συλλογική ντροπή. Και ναι, πρέπει να βρουν στέγη και οι κάτωθι:

Όσοι κάνουν χρήση ουσιών – μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε

Όσοι έχουν χρόνια κατάθλιψη λόγω αποκλεισμού – και να τους παρασχεθεί υποστήριξη

Άπαντες οι πρόσφυγες – στέγη αποκλειστικά για Έλληνες ονειρεύονται μόνον οι Εγέρθητου

Άμεσα πρέπει να γίνει προσπάθεια να συντονιστούν οι οργανώσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στο θέμα της ακραίας φτώχιας ώστε να υπάρξει πίεση σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Μελέτες και κόντρα μελέτες και άρθρα και κόντρα άρθρα αν δεν είναι ύποπτα είναι αναποτελεσματικά. Μαζί με τις οργανώσεις πρέπει να υπάρξει ισχυρή πίεση από τον «κόσμο» – εμείς είμαστε ο κόσμος. Πριν ξυπνήσουμε άστεγοι, ας ξυπνήσουμε.



*Η Βέρα Ντίκεϋ είναι συγγραφέας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε θέατρο και κινηματογράφο στην Καλλιτεχνική Εταιρία Αθηνών. Έχουν εκδοθεί πάνω από 20 βιβλία της με θέμα την Αρκαδία κάτω από την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου