Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και η αντιμεταρρύθμιση του συντάγματος

του Guglielmo Forges Davanzati
Τα οικονομικά προβλήματα της γηραιάς ηπείρου οφείλονται στο γεγονός ότι στη μεσογειακή Ευρώπη τα πολιτικά συστήματα, που ακολούθησαν την πτώση των δικτατοριών, χαρακτηρίστηκαν από την εμπειρία αυτή. Τα Συντάγματά τους δείχνουν μια ισχυρή σοσιαλιστική επιρροή... Τα πολιτικά συστήματα του νότου έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: ασθενείς εκτελεστικές εξουσίες έναντι των κοινοβουλίων, αδύναμη κεντρική κυβέρνηση απέναντι στις περιφέρειες, συνταγματικά θεσπισμένη προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, τεχνικές δημιουργίας συναίνεσης βασισμένες στην ευνοιοκρατία, δυνατότητα διαμαρτυρίας όταν οι αλλαγές δεν είναι αρεστές»(J.P. Morgan, 2013).

Για ποιο λόγο άραγε ο Matteo Renzi επενδύει όλο το πολιτικό του κεφάλαιο στη μεταρρύθμιση του Συντάγματος, για την οποία μπορούμε να υποθέσουμε, πως οι περισσότεροι Ιταλοί πολίτες δεν νοιάζονται καθόλου; Γιατί το κάνει χωρίς να λαμβάνει υπόψη αφενός ότι η μεταρρύθμιση γεννιέται από ένα κοινοβούλιο που έχει κηρυχθεί παράνομο αφετέρου αυτό το μέτρο δεν προβλεπόταν στο εκλογικό του πρόγραμμα; Η απάντηση πιθανόν να έχει να κάνει καταρχήν, ας πούμε, με ψυχολογικούς και μετά καθαρά με οικονομικούς λόγους.

Ο πρώτος ίσως να έχει να κάνει με το γεγονός πως ο Renzi, λόγου χάρη, θέλει να μείνει στην ιστορία ως «ο μεγάλος μεταρρυθμιστής», «ο συντακτικός του ΧΧΙ αιώνα». Θα μπορούσε, ίσως. Αλλά πραγματικά ως επιχείρημα δείχνει ελάχιστα ικανό για να στηρίξει μια ερμηνεία που, χωρίς να πέσει σε μια απίθανη συνωμοσιολογία, θα έβαζε στη σειρά γεγονότα που θα μας οδηγούσαν να σκεφτούμε ότι η μεταρρύθμιση του ιταλικού Συντάγματος κρίνεται αναγκαία ως προϊόν πολιτικής συναλλαγής μεταξύ της κυβέρνησης και του διεθνούς χρηματοοικονομικού τομέα. Είναι σαφές ότι εδώ δεν γίνεται αναφορά σε μια απόκρυφη συνωμοσία, πολλώ δε μάλλον ηθικά κατακριτέα, αλλά σε μια σειρά γεγονότων που τουλάχιστον μας κάνουν να αμφιβάλλουμε σοβαρά για την αφήγηση της κυβέρνησης. Ας βάλουμε λοιπόν τα πράγμα σε μια σειρά.

1. Το 2013 η J.P. Morgan δημοσιεύει μια έκθεση στην οποία καλεί την ιταλική κυβέρνηση να τροποποιήσει το Σύνταγμα, διότι περιέχει «πάρα πολλά στοιχεία σοσιαλισμού». Πιο συγκεκριμένα, η J.P. Morgan επιμένει στην ακαταλληλότητα του υπάρχοντος Συντάγματος γιατί διαποτισμένο από τη λογική εικοστού αιώνα, του οποίου οι ιδρυτικές αξίες αφορούν στην προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, στον οικονομικό σχεδιασμό όπου ο βασικός ρόλος ανατίθεται στο κράτος, στα ιδανικά της οικονομικής δημοκρατίας. Για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, το ιταλικό Σύνταγμα πρέπει να αλλάξει ριζικά, όπως των άλλων,, Μεσογειακών χωρών εντός του ευρώ, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτές: η Ιταλία γίνεται, με λίγα λόγια, ένα πειραματικό εργαστήριο συνταγματικών απαιτήσεων προσαρμοσμένων στον ΧΧΙ αιώνα, δηλαδή συνεπή και λειτουργικά με τις διεργασίες της χρηματιστικοποίησης [1].

2. Οι σχέσεις μεταξύ του Renzi και εκπροσώπων της J.P. Morgan, ειδικά με τον Jamie Dimon, είναι ευρέως τεκμηριωμένες και είναι γνωστό ότι αφορούν στην διάσωση κάποιων ιταλικών τραπεζών πρώτα και κύρια της Monte dei Paschi di Siena ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση των συνεπειών σε ολόκληρο το Ιταλικό χρηματοπιστωτικό σύστημα [2].

3. Η J.P. Morgan, δεδομένης της κατάστασης, ενδιαφέρεται για την ανακεφαλαιοποίηση του ιταλικού τραπεζικού συστήματος, ιδίως της Monte dei Paschi di Siena. Η δαπάνη θα ήταν αμελητέα, δεδομένης της τεράστιας οικονομικής διαθεσιμότητα της J.P. Morgan, θα υπήρχε και περιθώριο για μια πιθανή κερδοφορία. Με την προϋπόθεση όμως ότι η ιταλική κυβέρνηση θα προχωρήσει τις «μεταρρυθμίσεις» που της έχουν υποδειχθεί.

Εάν η αφήγηση αυτή είναι αληθινή, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι η μεταρρύθμιση Boschi - Renzi είναι προϊόν πολιτικής συναλλαγής μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και του διεθνούς χρηματοοικονομικού κεφαλαίου με ένα σκοπό όχι απόλυτα αναγκαίο, ούτε και τόσο σημαντικό ώστε να δικαιολογεί την ουσιαστική υπέρβαση του ισχύοντος Συντάγματος: η διάσωση του ιταλικού τραπεζικού συστήματος και ειδικότερα, της Monte dei Paschi di Siena. Είναι φανερό, το πόρισμα είναι πως η ιταλική πολιτική σε πολύ μεγάλο βαθμό ετεροκαθορίζεται, κάτι που, για πολλούς παρατηρητές, δεν είναι κάτι τόσο καινούργιο, αφού ήδη από την τοποθέτηση της κυβέρνησης Monti υπήρξαν σαφείς αναφορές, σε εκείνη την περίπτωση, για απόφαση της Goldman Sachs.

Υπάρχει ένα ακόμη πέρασμα. Το υπερεθνικό χρηματοοικονομικό σύστημα ζητά από την Ιταλία να επισπεύσει την απόφαση και είναι αναγκαίο, διότι στα πλαίσια της «παγκοσμιοποίησης» (αν και με ισχυρές αντίθετες τάσεις από την αύξηση των προστατευτικών μέτρων), ο κύκλος του κεφαλαίου επιταχύνεται σε μεγάλο βαθμό και οι επιλογές για την εγκατάσταση επενδύσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα της κάθε κυβέρνησης, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών, για τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος στην προσέλκυση επενδύσεων (και/ή για τη μη μετεγκατάσταση).

Υπ αυτή την έννοια, η πρόσκληση της J.P. Morgan αποδίδεται εξ ολοκλήρου σε αυτή τη λογική. Πέρα από το γεγονός ότι το νέο σύνταγμα πολύ δύσκολα θα μειώσει τους χρόνους που απαιτούνται για να παρθούν οι αποφάσεις, δεδομένης της πολυπλοκότητάς του(όπως επανειλημμένα τονίστηκε από τους υποστηρικτές του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα), το κρίσιμο ζήτημα προς συζήτηση είναι αν πάρουμε ως δεδομένο ότι θα επιτευχθεί (δηλαδή ότι ο χρόνος των αποφάσεων θα επιταχυνθεί), αποτελεί αυτό ή όχι μια επιθυμητή διαδικασία [3].

Η απάντηση εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας που επιδιώκεται να προωθηθεί ή να ενισχυθεί. Για αυτό το λόγο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, που το διεθνές κεφάλαιο και οι πολυεθνικές ζητούν τη συνταγματική μεταρρύθμιση στην Ιταλία για να βρουν ένα θεσμικό πλαίσιο ευνοϊκότερο για αυτούς: χαμηλοί μισθοί, υποτυπώδη προστασία των εργαζομένων, ελαστική περιβαλλοντική νομοθεσία, περιγράφοντας μια αναπτυξιακή πορεία σε συνθήκες επιδείνωσης των διανεμητικών ανισοτήτων και περαιτέρω επίθεσης στην εργασία. Για όποιον που πιστεύει ότι μια πιθανή προσέλκυση επενδύσεων δεν μπορεί να στηριχθεί χωρίς τα κόστη αυτά (συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της πολιτικής κυριαρχίας), το ΝΑΙ είναι μια δεδομένη επιλογή.

Για όποιον πιστεύει ότι οι ανισότητες αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη, ότι το υπερεθνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις αποφάσεις ενός κυρίαρχου κράτους, για όποιον πιστεύει ότι η παγκοσμιοποίηση πρέπει να να κυβερνιέται και ότι η απόλυτη ελευθερία στην κυκλοφορία των κεφαλαίων αποτελεί έναν από τα αίτια της σημερινής κρίσης, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ένα αποφασιστικό ΟΧΙ. Το διακύβευμα, λοιπόν είναι, η πώληση του συντάγματος μας στον πλειοδότη: η έσχατη προπάθεια να ξεπεραστεί μια κρίση από την οποία δεν διαφαίνεται μια πιθανή έξοδος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] http://www.giuristidemocratici.it/hotTopics/in_difesa_della_costituzione/post/20160317083833

[2] Βλ διάφορα άρθρα που δημοσιεύονται από την εφημερίδα La Repubblica, που σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικυβερνητική, και, ιδίως, Giovanni Pons, MPS. Il soccorso della finanza globale: vince JPMorgan, la banca dei governi , La Repubblica - Business & Finance", 26 Σεπτεμβρίουτου 2016.

[3] V. G Bucci, Revisione costituzionale e rapporti economico-sociali nell’era della crisi organica, "Osservatorio Costituzionale", No.3, 2016.

Πηγή:temi.repubblica.it

ΜετάφρασηΜουρατίδηςΓιώργος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου