Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Η εκκλησία και το κρυφό σχολειό

Πέτρος Τσάγκαρης
Ο μύθος του κρυφού σχολειού είναι τριπλός και διαμορφώθηκε οριστικά πολύ αργά, μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσον αφορά το πρώτο σημείο (τριπλός μύθος) αυτό σημαίνει ότι υπήρξε «σχολειό», ότι δηλ. υπήρξε μαθησιακή διαδικασία, δεύτερον ότι αυτή ήταν κρυφή και τρίτον ότι διοργανώθηκε από την εκκλησία (σε νάρθηκες ναών ή σε μοναστήρια). Παρακάτω προσπαθούμε να αποδομήσουμε τα τρία αυτά στοιχεία. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, θα εξηγήσουμε ότι είχε να κάνει με τις εκστρατείες του ελληνικού κράτους.
Πρω­το­γε­νείς μαρ­τυ­ρί­ες μηδέν
Κα­νέ­νας ιστο­ριο­γρά­φος, πε­ρι­η­γη­τής, Έλ­λη­νας ή Ευ­ρω­παί­ος, δεν πα­ρεί­χε ποτέ από πρώτο χέρι μαρ­τυ­ρία για την ύπαρ­ξη τέ­τοιων σχο­λεί­ων. Ο συ­στη­μα­τι­κός ερευ­νη­τής του θέ­μα­τος Γιάν­νης Βλα­χο­γιάν­νης απο­φάν­θη­κε: «Μέσα στον αμέ­τρη­το σωρό ανέκ­δο­του υλι­κού για της σκλα­βιάς τα σκο­λειά, που έχω συ­ναγ­μέ­νο, δεν απά­ντη­σα τί­πο­τε που να κάνη λόγο για το σκο­λειό –έξω από το τρα­γού­δι». Εν­νο­ού­σε εκτός από την πε­ρί­πτω­ση του γνω­στού τρα­γου­διού «φεγ­γα­ρά­κι μου λα­μπρό» που βέ­βαια είναι είτε ένα τρα­γου­δά­κι προ­τρο­πής για πάνε τα παι­δά­κια στο σχο­λείο κα­νο­νι­κά νωρίς το πρωί (όταν πια υπήρ­χαν δη­μό­σια σχο­λεία) ή/και ένα απλό να­νού­ρι­σμα –και έχει απο­κλει­στεί από τους ιστο­ρι­κούς ότι μπο­ρεί να σχε­τί­ζε­ται με κά­ποιο «κρυφό σκο­λειό»: κα­νέ­νας γο­νιός δεν έστελ­νε τα παι­δά­κια του μέσα στη νύχτα να περ­πα­τή­σουν στο κρύο προς το μο­να­στή­ρι ή προς άλλο απο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μείο, ενώ κα­ρα­δο­κού­σαν σε όλη τη χώρα λη­στές και άγρια ζώα. Γι’ αυτό και ο εξαι­ρε­τι­κά διο­ρα­τι­κός ιστο­ριο­δί­φης Δ. Κα­μπού­ρο­γλου με διά­θε­ση χιου­μο­ρι­στι­κή απο­δο­μού­σε στα τέλη 19ου αιώνα τη σχέση του τρα­γου­διού με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: «Φρο­νού­με ότι δεν ζη­μιού­ται ποσώς η αξία του τρυ­φε­ρω­τά­του τού­του ποι­ή­μα­τος, εάν φα­ντα­σθώ­μεν το παι­δά­κι εντός της οι­κί­ας του –εν τη ασφα­λεία– ατε­νί­ζον προς την σε­λή­νην και άδον άσμα, όπερ εποι­ή­θη μόνον όπως εμπνεύ­ση εις το παι­δί­ον την ιδέαν ότι τα γράμ­μα­τα είναι πράγ­μα­τα του Θεού, και ουχί ως εμ­βα­τή­ριον των εις νυ­κτε­ρι­νά σχο­λεία πο­ρευο­μέ­νων».

Ο με­λε­τη­τής Τρ. Ευαγ­γε­λί­δης έλεγε ότι ήταν αδύ­να­το και να ει­σέλ­θουν καν σε μο­να­στή­ρια αμού­στα­κα παι­διά –για προ­φα­νείς, φα­ντα­ζό­μα­στε, λό­γους: «Τα τυ­πι­κά των Μονών απη­γό­ρευον την εις αυτά φοί­τη­σιν παί­δων λείον εχό­ντων το πρό­σω­πον ήτοι αγε­νεί­ων [υπήρ­χε νόμος από το 1076 να μη δέ­χο­νται νέους κάτω των 21 ετών], επο­μέ­νως εγί­νο­ντο δε­κτοί εκεί γε­νειά­ζο­ντες, εν δε τοις νάρ­θη­ξι των εκ­κλη­σιών και εν ιδιω­τι­κοίς οί­κοις επε­τρέ­πε­το η φοί­τη­σις των παί­δων» («Η Παι­δεία επί Τουρ­κο­κρα­τί­ας», 1936).



Οι με­γά­λες σχο­λές

Τα μο­να­στή­ρια δηλ. μάλ­λον απο­κλεί­ο­νται. Όμως ακόμη κι αν υπήρ­ξαν τέ­τοια «σχο­λεία», στους νάρ­θη­κες των εκ­κλη­σιών, δεν υπήρ­χε κα­νέ­νας λόγος να είναι κρυφά: Η οθω­μα­νι­κή εξου­σία αγνο­ού­σε πα­ντε­λώς την πο­λι­τι­κή ση­μα­σία της γλώσ­σας και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τη ση­μα­σία της εθνο­γέ­νε­σης. Δεν αι­σθα­νό­ταν καμία απει­λή από τα «γράμ­μα­τα» και γι’ αυτό δεν είχε κα­νέ­να λόγο να τα απα­γο­ρεύ­σει –είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό όλες οι γλώσ­σες της αυ­το­κρα­το­ρί­ας μι­λού­νταν και γρά­φο­νταν ελεύ­θε­ρα. Η γε­λοιό­τη­τα της θε­ω­ρί­ας περί ύπαρ­ξης κρυ­φών σχο­λεί­ων κα­τα­δει­κνύ­ε­ται από το γε­γο­νός ότι την ίδια στιγ­μή που –υπο­τί­θε­ται ότι– τα παι­δά­κια έτρε­χαν σε σκο­τει­νά υπό­γεια για να μά­θουν υπό το φως του λυ­χνα­ριού, οι σουλ­τά­νοι επέ­τρε­παν τη λει­τουρ­γία –στο φως της ημέ­ρας, στις με­γα­λύ­τε­ρες πό­λεις της αυ­το­κρα­το­ρί­ας αλλά και στο εσω­τε­ρι­κό ξα­κου­στών μονών– των διά­ση­μων Σχο­λών, από τις οποί­ες βέ­βαια ήταν πολύ πιο πι­θα­νό να απο­φοι­τή­σουν οι μελ­λο­ντι­κοί δια­νο­ού­με­νοι που θα έμπαι­ναν επι­κε­φα­λής μιας εν­δε­χό­με­νης εξέ­γερ­σης. Γι’ αυτό ένας άλλος ση­μα­ντι­κός λό­γιος, ο Μα­νου­ήλ Γε­δε­ών, τό­νι­ζε το 1939: «Μέχρι σή­με­ρα ου­δα­μού ανέ­γνω εν ομαλή κα­τα­στά­ση πραγ­μά­των βε­ζί­ρην ή αγιά­νην ή σουλ­τά­νον εμπο­δί­σα­ντα σχο­λεί­ου σύ­στα­σιν ή οι­κο­δο­μήν». Και ο Βλα­χο­γιάν­νης συ­μπλή­ρω­νε σκω­πτι­κά: «Ποτέ ο Τούρ­κος ο αγράμ­μα­τος δεν εμπό­δι­σε τον Χρι­στια­νό γράμ­μα­τα να μα­θαί­νη, και μο­να­χά πολύ σπά­νια έμπαι­νε στη μέση να χω­ρί­ση τους δα­σκά­λους άμα πιά­νο­νταν από τα μαλ­λιά και γι­νό­νταν σκά­ντα­λο με τα με­γά­λα τους σκο­λειά». Τα σχο­λεία και οι σχο­λές που λει­τουρ­γού­σαν νό­μι­μα, υπήρ­ξαν σε όλη την έκτα­ση της πρώην Ρω­μαϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας που κα­τε­λή­φθη από τους Οθω­μα­νούς αλλά και σε αυτές τις πε­ριο­χές που απο­τέ­λε­σαν τη με­τέ­πει­τα Ελ­λά­δα: Η Με­γά­λη του Γέ­νους Σχολή, η Αθω­νιάς, η σχολή στις Μη­λιές του Βόλου, αλλά και στη Ζα­γο­ρά, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στην Κο­ζά­νη, στη Ζίτσα, στα Ζα­χο­ρο­χώ­ρια (ανε­λι­πώς από το 1413 έως το 1868), στη Λά­ρι­σα, στα Τρί­κα­λα, στην Αθήνα (φι­λο­σο­φι­κή σχολή Κο­ρυ­δα­λέα που ιδρύ­θη­κε το 1614, αλλά και σε μια σειρά μονών της πόλης), στην Υπάτη, στα πε­ρισ­σό­τε­ρα μέρη της Πε­λο­πον­νή­σου, στη Χίο, στην Κάρ­πα­θο, στην Κω, στη Μυ­τι­λή­νη (όπου το 1530 ιδρύ­θη­κε και η πρώτη σχολή θη­λέ­ων), στην Πάτμο. Στα Γιάν­νε­να υπήρ­ξαν πε­ρισ­σό­τε­ρες από μία σχο­λές (Σχολή Φι­λαν­θρω­πι­νών, Στρα­τη­γο­πού­λου) και μά­λι­στα ο ίδιος ο το­πι­κός άρ­χο­ντας, ο γνω­στός Αλή Πασάς έστελ­νε τα παι­διά του στα μα­θή­μα­τα του ξα­κου­στού Αθ. Ψα­λί­δα.

Ο Μι­χα­ήλ Οι­κο­νό­μου, ένας από τους γραμ­μα­τι­κούς του Κο­λο­κο­τρώ­νη, λέει στα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τά» του (κεί­με­νο βα­σι­κό για την ιστο­ρία του 1821) ότι κατά την Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία», «η λα­τρεία των χρι­στια­νών εξη­σκεί­το ελευ­θέ­ρως και δη­μο­σία και επρο­στα­τεύ­ε­το μά­λι­στα και από τους Τούρ­κους… επρο­στα­τεύ­ε­το δε και ελευ­θέ­ρως ενηρ­γεί­το και η εκ­παί­δευ­σις». Δεν μπο­ρού­σε να πει κάτι άλλο αφού ο ίδιος σπού­δα­σε στη σχολή της πα­τρί­δας του, της Δη­μη­τσά­νας, δηλ. στη σχολή της Μονής Φι­λο­σό­φου και αρ­γό­τε­ρα στη Σχολή της Χίου. Αν υπήρ­χε «κρυφό σχο­λειό», ο Δη­μη­τσα­νί­της αυτός θα είχε κάθε λόγο να μνη­μο­νεύ­σει κάτι στο βι­βλίο του, αφού ένα από τα ισχυ­ρό­τε­ρα επι­χει­ρή­μα­τα στην καλ­λιέρ­γεια του μύθου υπήρ­ξε του θρυ­λού­με­νο «κρυφό σχο­λειό» της Μονής Φι­λο­σό­φου!



Σκο­τα­δι­σμός

Εκτός από τις Με­γά­λες Σχο­λές (οι από­φοι­τοι των οποί­ων συχνά στε­λέ­χω­ναν την οθω­μα­νι­κή κρα­τι­κή διοί­κη­ση) οι σουλ­τά­νοι επέ­τρε­παν ασφα­λώς και την ανα­πα­ρα­γω­γή του κλή­ρου, δηλ. την εκ­μά­θη­ση των στοι­χειω­δών κει­μέ­νων κυ­ρί­ως για τις ψαλ­μω­δί­ες (Οκτώ­η­χος, Ψαλ­τή­ρι) ώστε κά­ποια παι­δά­κια να απο­τε­λέ­σουν τους μελ­λο­ντι­κούς πα­πά­δες και να συ­νε­χι­στεί έτσι απρό­σκο­πτα η λει­τουρ­γία της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας, την οποία η Υψηλή Πύλη προ­στά­τευε, όπως έγρα­φε ο Οι­κο­νό­μου, και στην οποία είχε απο­δώ­σει πρω­τό­γνω­ρα προ­νό­μια όσον αφορά τον έλεγ­χο και τη διοί­κη­ση των χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών. Αυτή η ανα­πα­ρα­γω­γή των ψαλ­τά­δων και των ιε­ρέ­ων σί­γου­ρα πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε –αλλά μέχρι εκεί: Τόσο οι «δά­σκα­λοι» όσο και τα παι­δά­κια δεν κα­τα­λά­βαι­ναν καν τα κεί­με­να που απο­στή­θι­ζαν. Και σε κάθε πε­ρί­πτω­ση ο κλή­ρος δεν είχε θε­τι­κή συμ­βο­λή στις προ­σπά­θειες μόρ­φω­σης της με­γά­λης μάζας του πλη­θυ­σμού. Αντί­θε­τα, μάλ­λον την εμπό­δι­ζε. Ο δια­πρε­πής μα­θη­τής του Α. Κοραή, Ν. Βάμ­βας (Γυ­μνά­σιον Χίου) κα­τήγ­γει­λε από το 1820 ότι ο εκ­κλη­σια­στι­κός σκο­τα­δι­σμός είναι ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος εχθρός της παι­δεί­ας: «Είτε από αδια­φο­ρία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη δεν αντι­τά­χθη­κε κα­θό­λου στην πνευ­μα­τι­κή ανα­γέν­νη­ση της Ελ­λά­δας. Οι πραγ­μα­τι­κό­τε­ροι εχθροί σε αυτήν την ευ­τυ­χι­σμέ­νη πα­λιγ­γε­νε­σία βρί­σκο­νται στους κόλ­πους μας. Και αν οι προ­σπά­θειές μας κα­τορ­θώ­σουν να δα­μά­σουν τις προ­λή­ψεις ή την αδια­φο­ρία αυτού του ισχυ­ρού κλή­ρουπου είναι σή­με­ρα ο πρώ­τος κορ­μός του ελ­λη­νι­κού έθνους, λίγα θα απο­μεί­νουν να κά­νου­με απέ­να­ντι στους Τούρ­κους».

Τις από­ψεις του Βάμβα επα­λή­θευ­σε ξανά και ξανά η ηγε­σία της εκ­κλη­σί­ας η οποία αφό­ρι­σε όλη την αφρό­κρε­μα των δα­σκά­λων και των δια­νο­ου­μέ­νων μιας τε­ρά­στιας πε­ριό­δου, όπως τον Διο­νύ­σιο τον Φι­λό­σο­φο, τον Κύ­ριλ­λο Λού­κα­ρι, τον Μά­ξι­μο Καλ­λι­πο­λί­τη, τον Άνθμο Γαζή, αλλά και τον Ρήγα Φε­ραίο, τον Αδ. Κοραή και τον Αλ. Υψη­λά­ντη.



Αναλ­φα­βη­τι­σμός

Θα πει κα­νείς: Καλά, τα μο­να­στή­ρια είναι μύθος. Μύθος είναι και το «κρυφό». Μύθος είναι επί­σης ότι οι σκο­τα­δι­στές πα­πά­δες ή οι μο­να­χοί είχαν τις γνώ­σεις να δι­δά­ξουν φυ­σι­κή, μα­θη­μα­τι­κά, γε­ω­γρα­φία ή ιστο­ρία. Ωστό­σο δί­δα­ξαν στα παι­διά τη γλώσ­σα, έστω και για τις ανά­γκες της εκ­κλη­σί­ας. Δυ­στυ­χώς τα στοι­χεία είναι αμεί­λι­κτα: Στην πρώτη επί­ση­μη στα­τι­στι­κή έρευ­να που έγινε από το ανε­ξάρ­τη­το ελ­λη­νι­κό κρά­τος το 1828 απο­κα­λύ­φθη­κε ότι το πο­σο­στό αναλ­φα­βη­τι­σμού για τους άν­δρες ήταν 91%, ενώ για τις γυ­ναί­κες δεν υπήρ­χε κα­νέ­να στοι­χείο, αλλά προ­φα­νώς το πο­σο­στό ήταν 100% (μόλις το 1870 και έπει­τα από 40 χρό­νια λει­τουρ­γί­ας των δη­μό­σιων σχο­λεί­ων το πο­σο­στό των αναλ­φά­βη­των γυ­ναι­κών έπεσε στο 94%!). Αν λά­βου­με υπόψη μας ότι είναι βέ­βαιο ότι οι Με­γά­λες Σχο­λές μόρ­φω­σαν αρ­κε­τούς άν­δρες, αλλά και το γε­γο­νός ότι χι­λιά­δες γόνοι πλού­σιων οι­κο­γε­νειών δι­δά­σκο­νταν στο σπίτι τους από έμ­μι­σθους δα­σκά­λους (όπως δηλ. συ­νέ­βαι­νε και στην υπό­λοι­πη Ευ­ρώ­πη), τότε κα­τα­λα­βαί­νου­με από πού προ­έρ­χε­ται αυτό το 9% των μορ­φω­μέ­νων αν­δρών. Αν μά­λι­στα προ­σθέ­σου­με ότι ει­δι­κά μετά το 1570 η ανα­πτυσ­σό­με­νη «ελ­λη­νι­κή» αστι­κή τάξη των εμπό­ρων άρ­χι­σε να χρη­μα­το­δο­τεί εκ­δό­σεις και σχο­λεία και να με­τα­κα­λεί από το εξω­τε­ρι­κό λο­γί­ους και δα­σκά­λους σε με­γά­λα αστι­κά κέ­ντρα (Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη, Χίο, Αθήνα) γί­νε­ται εντε­λώς φα­νε­ρό ότι η συμ­βο­λή της εκ­κλη­σί­ας ήταν πρα­κτι­κά μη­δε­νι­κή και τε­λι­κά ο μύθος κα­τα­λύ­ε­ται πα­ντα­χό­θεν: ούτε «κρυφό», ούτε από την εκ­κλη­σία, αλλά κυ­ρί­ως ούτε «σχο­λειό».



Ο πί­να­κας και οι ανά­γκες του κρά­τους

Για όλους αυ­τούς τους λό­γους ο μύθος του «κρυ­φού σχο­λειού» ήταν πε­ρι­θω­ρια­κός μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Η ισχύς του ανα­νε­ώ­θη­κε από έναν πί­να­κα του ζω­γρά­φου Ν. Γύζη (ο πί­να­κας ολο­κλη­ρώ­θη­κε το 1886 αλλά έγινε γνω­στός αρ­γό­τε­ρα), ο οποί­ος έζησε το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος της ζωής του στη Γερ­μα­νία αλλά είχε από καιρό εξαγ­γεί­λει την πρό­θε­σή του να απο­τυ­πώ­σει σε πί­να­κα δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια και θρύ­λους. Έφτια­ξε λοι­πόν τον πί­να­κα εμπνε­ό­με­νος από το «Κρυφό Σχο­λειό» της Αγίας Τριά­δας της Τήνου. Πρό­κει­ται για ακόμη μια ιστο­ρι­κή πα­ρε­ξή­γη­ση: στην Τήνο οι Οθω­μα­νοί δεν πά­τη­σαν παρά τον 18ο αιώνα και μά­λι­στα δεν εγκα­τα­στά­θη­καν ποτέ στο νησί ώστε να χρειά­ζε­ται τα παι­διά να μορ­φώ­νο­νται στα κρυφά!

Πολ­λοί πι­στεύ­ουν ότι ο πί­να­κας αυτός, σε συν­δυα­σμό με το σχε­τι­κό ποί­η­μα που έγρα­ψε ο Ιω. Πο­λέ­μης εμπνε­ό­με­νος μόνον από τον πί­να­κα, ήταν ο κύ­ριος πα­ρά­γο­ντας που ο μύθος ξα­να­ζω­ντά­νε­ψε. Ωστό­σο δεν ήταν μόνον η κα­τα­λυ­τι­κή συμ­βο­λή της τέ­χνης στην εμπέ­δω­ση ενός μύθου. Ήταν και η κα­τα­λυ­τι­κή ανά­γκη του κρά­τους. Το ελ­λη­νι­κό κρά­τος ήταν για πολ­λές δε­κα­ε­τί­ες εχθρι­κό προς την εκ­κλη­σία και τα μο­να­στή­ρια κρα­τώ­ντας την πο­λι­τι­κή πα­ρά­δο­ση του πρώ­του Βαυα­ρού βα­σι­λιά. Ωστό­σο στα τέλη του 19ου αιώνα η ελ­λη­νι­κή άρ­χου­σα τάξη και το κρά­τος της είχαν δυ­να­μώ­σει εντυ­πω­σια­κά και ξε­κι­νού­σαν τις με­γά­λες κα­τα­κτη­τι­κές τους προ­σπά­θειες προς τα Βαλ­κά­νια (και αρ­γό­τε­ρα προς τα βάθη της Ανα­το­λής). Είχαν ανά­γκη να εμ­φα­νί­ζο­νται ως εκ­πρό­σω­ποι και προ­στά­τες όλων των ορ­θό­δο­ξων χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών που βρί­σκο­νταν κάτω από την οθω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χία. Αν η θρη­σκεία απο­τε­λού­σε όπλο για αυτές τις εκ­στρα­τεί­ες, γι­νό­ταν απα­ραί­τη­τη η επα­να­προ­σέγ­γι­ση και η συμ­μα­χία με την εκ­κλη­σία. Αυτό σή­μαι­νε ότι έπρε­πε να ξε­χα­στεί ο αντι­δρα­στι­κός ρόλος που έπαι­ξε συ­νο­λι­κά η εκ­κλη­σία στην επα­νά­στα­ση του 1821 και η με­τέ­πει­τα διέ­νε­ξη με το κρά­τος. Και ο μύθος του «κρυ­φού σχο­λειού» βό­λευε εξαι­ρε­τι­κά αυτή την ιστο­ρι­κή ανα­θε­ώ­ρη­ση.

Ο μύθος βό­λευε και τη με­τέ­πει­τα ιδε­ο­λο­γία της ακρο­δε­ξιάς, της οποί­ας το τρί­πτυ­χο σλό­γκαν ήταν το «Πα­τρίς, θρη­σκεία, οι­κο­γέ­νεια». Έτσι η στρα­τιω­τι­κή χού­ντα του 1967, ζη­λεύ­ο­ντας τη δόξα του Γύζη, κα­τα­σκεύ­α­σε στη Μονή Πε­ντέ­λης ολό­κλη­ρη ανα­πα­ρα­στα­τι­κή σκη­νο­γρα­φία που πα­ρου­σί­α­ζε τον κλήρο ως το μόνον συ­ντη­ρη­τή και με­τα­λα­μπα­δευ­τή του ελ­λη­νι­κού πνεύ­μα­τος, των γραμ­μά­των και της μόρ­φω­σης. Μά­λι­στα με σχε­τι­κή εγκύ­κλιο του υπ. Παι­δεί­ας υπο­χρε­ώ­νο­νταν τότε να επι­σκε­φθούν το «έργο» όλοι οι μα­θη­τές του Λε­κα­νο­πε­δί­ου προς «εθνι­κόν και θρη­σκευ­τι­κόν φρο­νη­μα­τι­σμόν».

Αυτή είναι και η εξή­γη­ση για τα διά­φο­ρα το­πω­νύ­μια που υπάρ­χουν σή­με­ρα: Η λόγια πα­ρά­δο­ση που δη­μιούρ­γη­σε το κρά­τος σε συ­νερ­γα­σία με την εκ­κλη­σία για τις ανά­γκες του, με­τα­τρά­πη­κε σε λαϊκή πα­ρά­δο­ση. Όλοι σι­γά-σι­γά «ανα­κά­λυ­πταν» ότι είχε υπάρ­ξει και στην πε­ριο­χή τους ένα «Κρυφό Σχο­λειό», χωρίς βέ­βαια να εν­δια­φέ­ρο­νται για την ιστο­ρι­κή ακρί­βεια – γι’ αυτό «ανα­κα­λύ­φθη­κε» κρυφό σχο­λειό ακόμη και, π.χ., στην Τήνο. Πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία πα­ρό­μοια με αυτή του κοκ­κι­νο­ντυ­μέ­νου χο­ντρού και γέρου Άι Βα­σί­λη που μπου­κά­ρει με δώρα από τις κα­μι­νά­δες: ενώ ήταν μια κα­ρι­κα­τού­ρα που δη­μιουρ­γή­θη­κε για μια δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια της Coca Cola στις αρχές του 20ού αιώνα (στη βάση αφη­γή­σε­ων της Κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας για τον άγιο Νι­κό­λαο), πολύ γρή­γο­ρα έγινε μέρος της χρι­στια­νι­κής πα­ρά­δο­σης –και μά­λι­στα και της ορ­θό­δο­ξης– σε όλον τον κόσμο, λες και πράγ­μα­τι υπάρ­χει ακόμη και σή­με­ρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου